Σε καθεστώς αυξανόμενης αβεβαιότητας εισέρχεται η φαρμακευτική αγορά, με τον ΣΦΕΕ να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία. Κρίσιμη παράμετρος το ανεξέλεγκτο clawback και ο ασφυκτικός κλειστός προϋπολογισμός.
Η νέα χρονιά βρίσκει τον κλάδο του φαρμάκου αντιμέτωπο με ένα εκρηκτικό μείγμα δημοσιονομικών περιορισμών, ρυθμιστικής ασάφειας και ευρωπαϊκών πιέσεων. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), Ολύμπιος Παπαδημητρίου, περιέγραψε το μέλλον της αγοράς ως «θολό», τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, μιλώντας σε εκδήλωση του Συνδέσμου.
Το αδιέξοδο του clawback και ο κίνδυνος αποεπένδυσης
Κεντρικός πυλώνας της κριτικής του ΣΦΕΕ είναι ο μηχανισμός του clawback, ο οποίος έχει εξελιχθεί από «έκτακτο μέτρο» σε μόνιμο εργαλείο κάλυψης της υποχρηματοδότησης. Οι υποχρεωτικές επιστροφές από τις φαρμακευτικές εταιρείες αυξάνονται με ρυθμό περίπου 20% ετησίως, καθώς ο κλειστός προϋπολογισμός ΕΟΠΥΥ και νοσοκομείων παραμένει σταθερός, παρά την πραγματική αύξηση των αναγκών.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι σε μια ιδιόμορφη και επικίνδυνη θέση: από τη μία, κατατάσσεται στις χώρες με τις χαμηλότερες τιμές πρωτότυπων φαρμάκων στην Ευρώπη· από την άλλη, επιβάλλει από τα υψηλότερα επίπεδα υποχρεωτικών επιστροφών. Το αποτέλεσμα, όπως υπογραμμίζει ο ΣΦΕΕ, είναι ένα μη βιώσιμο πλαίσιο, που αποθαρρύνει επενδύσεις, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και ωθεί εταιρείες να επανεξετάσουν την παρουσία τους στην ελληνική αγορά.
Ενδεικτικό της πίεσης είναι ότι μόλις 1 στα 5 νέα καινοτόμα φάρμακα καταφέρνει σήμερα να φτάσει στην Ελλάδα. Εάν η τάση συνεχιστεί, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «δεύτερης ταχύτητας» αγορά, όπου οι ασθενείς θα έχουν καθυστερημένη ή περιορισμένη πρόσβαση σε θεραπείες που θεωρούνται ήδη στάνταρ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Κυβερνητικές παρεμβάσεις και όρια της εξοικονόμησης
Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης αναγνωρίζει ότι το clawback δεν μπορεί να παραμένει ανεξέλεγκτο, ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια διάθεσης πρόσθετων δημόσιων πόρων για το φάρμακο. Η κυβερνητική στρατηγική μετατοπίζεται, έτσι, από την αύξηση του προϋπολογισμού στη συγκράτηση της ζήτησης και στον αυστηρότερο έλεγχο της συνταγογράφησης.
Από τον Φεβρουάριο τίθενται σε εφαρμογή νέα «φίλτρα» στη συνταγογράφηση, τα οποία θα εμποδίζουν την αντικατάσταση δραστικών ουσιών με άλλες όταν δεν υπάρχει σχετική ένδειξη στις εγκεκριμένες άδειες κυκλοφορίας. Το μέτρο εκτιμάται ότι μπορεί να εξοικονομήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, περιορίζοντας την υπερσυνταγογράφηση και τις εκτός ενδείξεων χρήσεις.
Παράλληλα, από τον Μάρτιο επεκτείνεται η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και στα νοσοκομεία, ώστε η φαρμακευτική δαπάνη να παρακολουθείται σε πραγματικό χρόνο. Η κίνηση αυτή στοχεύει σε μεγαλύτερη διαφάνεια και καλύτερο έλεγχο της νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία παραδοσιακά είναι λιγότερο ορατή και πιο δύσκολα διαχειρίσιμη.
Ο ΣΦΕΕ, πάντως, επιμένει ότι τα εργαλεία ελέγχου δεν αρκούν, εάν δεν αλλάξει η θεώρηση του φαρμάκου από «κόστος» σε «επένδυση» για τη δημόσια υγεία και την οικονομία. Η διασφάλιση πρόσβασης στην καινοτομία, τονίζει ο κ. Παπαδημητρίου, συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα, τη μείωση της νοσηρότητας και, τελικά, με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σύγκρουση ανάμεσα σε έναν πολιτικά επιβεβλημένο κλειστό προϋπολογισμό και σε πραγματικές υγειονομικές ανάγκες που αυξάνονται, δεν μπορεί να λυθεί με λογιστικές ασκήσεις και υπερφορολόγηση του κλάδου. Αν η κυβέρνηση δεν προχωρήσει σε έναν ειλικρινή επαναπροσδιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης –με συνδυασμό στοχευμένης αύξησης πόρων, αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας και συμφωνιών επιμερισμού κινδύνου– η Ελλάδα θα βρεθεί με «ισοσκελισμένο» προϋπολογισμό αλλά φτωχότερο θεραπευτικό οπλοστάσιο, με κόστος που μακροπρόθεσμα θα αποδειχθεί πολύ υψηλότερο.







