Η The Olive Legend Group (TOLG) των Νίκου Καραμούζη και Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου επιχειρεί να διαμορφώσει έναν νέο «εθνικό παίκτη» στο ελαιόλαδο, με αιχμή τις εξαγωγές και την καθετοποίηση. Η επένδυση 10 εκατ. ευρώ, το turnaround σε έναν χρόνο και το άνοιγμα προς Mercosur και επιτραπέζια ελιά δείχνουν μια στρατηγική που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα.
Ο κλάδος του ελληνικού ελαιολάδου παραμένει κατακερματισμένος, με ισχυρή παρουσία χύμα προϊόντος και περιορισμένο διεθνές αποτύπωμα. Σε αυτό το κενό φιλοδοξεί να τοποθετηθεί η The Olive Legend Group (TOLG), ο όμιλος που δημιούργησαν το 2024 ο Νίκος Καραμούζης και ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, ενοποιώντας τρία brands: Λατζιμάς, LASITIA και Olympian Green.
Η συνολική επένδυση ανέρχεται σε 10 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 8 εκατ. ευρώ σε ίδια κεφάλαια και 2 εκατ. ευρώ τραπεζικός δανεισμός. Πλειοψηφικός μέτοχος είναι το fund SMERemediumCap με 87,5%, ενώ ο όμιλος Inspiring Earth του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου κατέχει 12,5% και έχει την επιχειρησιακή διοίκηση.
Turnaround σε έναν χρόνο και επανατοποθέτηση στην αγορά
Η αφετηρία μόνο εύκολη δεν ήταν. Λατζιμάς και LASITIA ήταν εταιρείες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με την Τράπεζα Πειραιώς να παίζει κρίσιμο ρόλο στη χρηματοδότηση και την αναδιάρθρωση των δανείων. Το 2025, ο κύκλος εργασιών σταθεροποιήθηκε στα 18 εκατ. ευρώ, αλλά με άλμα στον όγκο πωλήσεων άνω του 20% και θετικό EBITDA 1 εκατ. ευρώ, από ζημίες 3 εκατ. ευρώ το 2024. Πρόκειται για εντυπωσιακή μεταστροφή λειτουργικής κερδοφορίας 4 εκατ. ευρώ σε έναν μόλις χρόνο – κλασικό turnaround case στον κλάδο τροφίμων.
Το repositioning των brands είναι σαφές: ο Λατζιμάς λειτουργεί ως «ατμομηχανή» στην εγχώρια αγορά, με μερίδιο 16,78% στο επώνυμο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο (Circana, Νοέμβριος 2025) και δεύτερη θέση στην κατηγορία. Το LASITIA (ΠΟΠ Σητείας) τοποθετείται στο premium, ενώ το Olympian Green είναι καθαρά εξαγωγικό brand, με βιολογικά, ΠΟΠ και αρωματισμένα προϊόντα προσαρμοσμένα σε διεθνείς αγορές.
Ανεκμετάλλευτη δυναμικότητα και μάχη για ποιότητα στην πρώτη ύλη
Ο όμιλος διαθέτει δύο παραγωγικές μονάδες, δυναμικότητα άνω των 20.000 τόνων, αποθήκες 5.000 τόνων και άμεση πρόσβαση σε 35.000 ελαιόδεντρα στον βόρειο Μυλοπόταμο. Ωστόσο σήμερα διακινεί περίπου 3.000 τόνους, γεγονός που δείχνει το εύρος της ανεκμετάλλευτης υποδομής και το περιθώριο κλιμάκωσης. Σε εξέλιξη βρίσκεται επενδυτικό πρόγραμμα 1,2 εκατ. ευρώ για εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων, με στόχο την υποστήριξη της εξαγωγικής στρατηγικής.
Κρίσιμη πρόκληση παραμένει η ποιότητα της πρώτης ύλης. Όπως σημειώνει η διοίκηση, σε διεθνείς αγορές γίνονται αυστηροί έλεγχοι για ορυκτέλαια και φυτοφάρμακα, πεδίο στο οποίο μέρος των Ελλήνων παραγωγών υστερεί. Η συνεργασία με την Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης για την ανάπτυξη πρωτοκόλλου βιοκαλλιέργειας από το χωράφι μέχρι τη συσκευασία στοχεύει να κλείσει αυτό το κενό και να στηρίξει το premium positioning.
Εξωστρέφεια, Mercosur και το χαμηλό κόστος γης στην Αργεντινή
Οι εξαγωγές αντιστοιχούν ήδη στο 40% του τζίρου, με παρουσία σε 27 αγορές. Στην Ευρώπη ενισχύεται το private label, περιορίζοντας την ισχύ των brands, ενώ σε ΗΠΑ, Βραζιλία και Ιαπωνία –τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ελαιολάδου εκτός Ευρώπης– το εμπορικό σήμα έχει σημαντική προστιθέμενη αξία. Η TOLG έχει θυγατρικές σε ΗΠΑ και Βραζιλία, με το Olympian Green να χτίζεται ως premium ελληνική μάρκα και πρόσβαση σε δίκτυα όπως UNFI και KEHE.
Το επόμενο βήμα καθετοποίησης είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: απόκτηση ελαιώνων στην Αργεντινή, στην περιοχή Μεντόζα, σε συνάρτηση με την υλοποίηση της συμφωνίας Mercosur. Η άρση ποσοστώσεων στο αργεντίνικο ελαιόλαδο και η διευκόλυνση εξαγωγής κερδών καθιστούν τη χώρα στρατηγική βάση χαμηλού κόστους. Η τιμή γης για ελαιώνες στην Αργεντινή κινείται περί τα 100 δολάρια ανά στρέμμα, όταν στην Ελλάδα η μέση τιμή φθάνει τα 3.000 ευρώ και σε premium περιοχές, όπως το Κολυμπάρι, τα 4.000 ευρώ. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα «σκληρής» παγκοσμιοποίησης στον αγροδιατροφικό τομέα.
Ενοποίηση κλάδου και επέκταση στην επιτραπέζια ελιά
Στο εσωτερικό, η φιλοσοφία Καραμούζη–Αντωνόπουλου συνοψίζεται σε τρεις λέξεις: εξαγωγές, brands, μέγεθος. Η ελληνική αγορά συρρικνώνεται, το χύμα προϊόν δεν δημιουργεί αξία και οι μικρές μονάδες δεν μπορούν να στηρίξουν επενδύσεις και καινοτομία. Ο όμιλος εξετάζει επέκταση στην επιτραπέζια ελιά –πιθανώς και μέσω εξαγοράς– καθώς και ενίσχυση της παρουσίας του ελαιολάδου σε αγορές όπου σήμερα υπολείπεται.
Παρά το γεγονός ότι η Μινέρβα, με μερίδιο 13,91%, αποτελεί προφανή στόχο ενοποίησης, η SMERemediumCap δεν δείχνει προς το παρόν διάθεση εμπλοκής, επιλέγοντας τη σταδιακή δημιουργία ενός «boutique» διεθνούς ομίλου μέσω οργανικής ανάπτυξης και στοχευμένων μικρότερων deals.
Το πραγματικό στοίχημα είναι διπλό: αν η καθετοποίηση από τους ελαιώνες της Αργεντινής έως τα ράφια σε Βραζιλία και ΗΠΑ θα αποδώσει, και αν το επώνυμο ελληνικό ελαιόλαδο μπορεί να κατοχυρώσει βιώσιμα premium τιμές. Η πρώτη χρονιά έδειξε ότι το turnaround είναι εφικτό· τα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα κρίνουν αν η TOLG μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους νέους «πρωταθλητές» του ελληνικού αγροδιατροφικού εξαγωγικού μοντέλου.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κίνηση Καραμούζη–Αντωνόπουλου δείχνει πώς private equity κεφάλαια, τεχνοκρατική διοίκηση και διεθνής στρατηγική μπορούν να μετατρέψουν ένα παραδοσιακό, κατακερματισμένο προϊόν σε κλάδο υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αν πετύχει, θα αποτελέσει υπόδειγμα για το πώς η Ελλάδα μπορεί να περάσει από το χύμα και την πρώτη ύλη στο brand, στην κλίμακα και στη γεωγραφικά διαφοροποιημένη παραγωγή.
#ελαιόλαδο #εξαγωγές #Mercosur #Αργεντινή #SMERemediumCap #επιτραπέζιαΕλιά







