Οι φοροελαφρύνσεις που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ και εφαρμόζονται από την αρχή του έτους παρουσιάζονται από τη Νέα Δημοκρατία ως «πραγματικές αυξήσεις» στους μισθούς εκατομμυρίων εργαζομένων. Ο Μάξιμος Χαρακόπουλος συνδέει ευθέως τις παρεμβάσεις αυτές με την πολιτική σταθερότητα και θέτει ήδη το πλαίσιο για τις εκλογές του 2027.
Την κυβερνητική αφήγηση ότι οι φοροελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ από τον Κυριάκο Μητσοτάκη λειτουργούν ως έμμεσες αυξήσεις μισθών επιχειρεί να εδραιώσει η Νέα Δημοκρατία, με αφορμή την έναρξη εφαρμογής της τελευταίας φορολογικής μεταρρύθμισης. Ο γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος, Μάξιμος Χαρακόπουλος, μιλά για «πραγματικές αυξήσεις» στις αποδοχές εκατομμυρίων εργαζομένων, αποδίδοντάς τες στη «συνετή και συνεπή» οικονομική πολιτική των τελευταίων επτά ετών.
Η κυβερνητική ανάγνωση των φοροελαφρύνσεων
Στον πυρήνα του μηνύματος βρίσκεται η ιδέα ότι η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ισοδυναμεί με ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, άρα και με αύξηση μισθού «στην τσέπη». Ο κ. Χαρακόπουλος συνδέει την εξέλιξη αυτή με τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι, υπό την προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας, δημιουργείται περιθώριο για «ακόμη πιο ηχηρές παρεμβάσεις» υπέρ της κοινωνικής ευημερίας τα επόμενα χρόνια.
Η έμφαση στον χρονικό ορίζοντα των επτά ετών παραπέμπει στην περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις σημερινές ελαφρύνσεις ως κορύφωση μιας σταδιακής στρατηγικής δημοσιονομικής εξυγίανσης και φιλικής προς την ανάπτυξη πολιτικής. Η ρητορική αυτή στοχεύει τόσο στην αποδόμηση της κριτικής περί «αναιμικών» ονομαστικών αυξήσεων όσο και στην ανάδειξη της φορολογικής πολιτικής ως βασικού εργαλείου εισοδηματικής ενίσχυσης.
Νέοι και πολύτεκνοι στο επίκεντρο – απάντηση στο δημογραφικό
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις κατηγορίες που εμφανίζονται ως μεγαλύτεροι ωφελημένοι: οικογένειες με παιδιά και νέοι εργαζόμενοι. Σύμφωνα με τον Θεσσαλό βουλευτή, τα μέτρα που απαλλάσσουν από κάθε φόρο πολύτεκνους και εργαζόμενους έως 25 ετών συνιστούν «ουσιαστική πολιτική τομή», ιδίως υπό το πρίσμα του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος. Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να συνδέσει τις φοροελαφρύνσεις με μια πιο μακροπρόθεσμη ατζέντα ενίσχυσης της γεννητικότητας και συγκράτησης των νέων στην αγορά εργασίας.
Η στόχευση αυτή έχει διπλή διάσταση: αφενός κοινωνική, με την ανακούφιση ομάδων που πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής, αφετέρου πολιτική, καθώς οι νέοι και οι οικογένειες μέσης τάξης αποτελούν κρίσιμα εκλογικά ακροατήρια. Η επιλογή πλήρους φοροαπαλλαγής για συγκεκριμένες κατηγορίες λειτουργεί ως σαφές, εύληπτο σήμα πολιτικής προτεραιότητας.
Πολιτική σταθερότητα και προεξόφληση του 2027
Πέρα από την οικονομική διάσταση, η δήλωση Χαρακόπουλου έχει έντονο προεκλογικό υποδόριο. Η αναφορά στη «συνεχιζόμενη κατίσχυση» της κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις και στην «προϋπόθεση» πολιτικής σταθερότητας συνδέεται ευθέως με τον στόχο για «νέα αυτοδύναμη διακυβέρνηση της ΝΔ το 2027». Οι φοροελαφρύνσεις παρουσιάζονται ως χειροπιαστή απόδειξη αξιοπιστίας – ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ υλοποιούνται – και ταυτόχρονα ως προγεφύρωμα για νέες παροχές σε βάθος τετραετίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική πολιτική μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικής ηγεμονίας: η κυβέρνηση επιδιώκει να «κλειδώσει» την εικόνα μιας σταθερής πορείας ανάπτυξης, χαμηλότερης φορολογίας και στοχευμένης στήριξης κρίσιμων κοινωνικών ομάδων, πριν ενταθεί η προεκλογική αντιπαράθεση.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ανάδειξη των φοροελαφρύνσεων ως αυξήσεων μισθών είναι έξυπνη επικοινωνιακά, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι καθαρές ενισχύσεις επαρκούν για να αντισταθμίσουν την ακρίβεια και τις πιέσεις στο κόστος ζωής· εκεί θα κριθεί αν η «θετική ατζέντα» της κυβέρνησης θα μεταφραστεί σε πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο ως το 2027.







