Η HSBC και η ING επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, με ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2% και ισχυρή ώθηση από επενδύσεις και εγχώρια ζήτηση. Το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα επιστρέψει το 2027 στα προ μνημονίων επίπεδα, κλείνοντας έναν κύκλο σχεδόν δύο δεκαετιών.
Διπλή ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία δίνουν HSBC και ING, οι οποίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα θα παραμείνει «outperformer» της Ευρωζώνης σε όρους ανάπτυξης τα επόμενα δύο χρόνια. Με αιχμή την εγχώρια ζήτηση, την επιτάχυνση των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και τη σταθερή βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, οι δύο οίκοι βλέπουν ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 2% και επιστροφή του πραγματικού ΑΕΠ στα επίπεδα του 2010 το 2027.
Η εικόνα της οικονομίας: ισχυρή ανάπτυξη, αλλά με «οροφή» από το εξωτερικό έλλειμμα
Η HSBC καταγράφει συνεχιζόμενη δυναμική στο τρίτο τρίμηνο του 2025, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση και την εγχώρια ζήτηση να είναι ο βασικός μοχλός. Η οικοδομική δραστηριότητα και ο τραπεζικός δανεισμός επεκτείνονται έντονα, ενισχυμένοι από τη μείωση των επιτοκίων και τη διοχέτευση δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) προς τον ιδιωτικό τομέα. Τα δάνεια RRF μπορούν να καλύψουν έως και το 50% της αξίας μιας επένδυσης, με τουλάχιστον 30% συγχρηματοδότηση από τράπεζες και 20% ίδια κεφάλαια.
Παρά τη βελτίωση στην αγορά εργασίας –η ανεργία στο 8,6% αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008– η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε απότομα, κάτι που η HSBC αποδίδει στον επίμονα υψηλό πληθωρισμό και στη διάβρωση των πραγματικών εισοδημάτων. Την ίδια ώρα, ο τουρισμός παραμένει ισχυρός και η μεταποίηση ενισχύεται, φθάνοντας σχεδόν το 14% του ΑΕΠ, με αύξηση 10% στον αριθμό των επιχειρήσεων και 18% στην απασχόληση από το 2019.
Η τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη 2,1% για το 2026, 2,0% για το 2027 και θεωρεί ότι η Ελλάδα συνεχίζει τη διαδικασία κάλυψης της υστέρησης που ξεκίνησε το 2018. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι το διευρυμένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών λειτουργεί ως «όριο ταχύτητας» για την ανάπτυξη, αντανακλώντας τόσο την εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας όσο και το επενδυτικό κενό.
Επενδύσεις, αγορά εργασίας και ρίσκα κατά την ING
Η ING επιβεβαιώνει ότι το 2025 ήταν χρονιά ισχυρής ανάπτυξης, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με κινητήρες την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των καθαρών εξαγωγών. Για το 2026 προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,2% και αύξηση επενδύσεων κατά 8%, με την τελική προθεσμία του Ταμείου Ανάκαμψης τον Αύγουστο να προκαλεί «τελική έκρηξη» έργων σε υποδομές και ενέργεια.
Η τράπεζα θεωρεί ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα παραμείνει βασικός πυλώνας, στηριζόμενη σε περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό, εν μέρει λόγω της μεταρρύθμισης στη φορολογία εισοδήματος, των μισθολογικών αυξήσεων στο Δημόσιο και της ανόδου των συντάξεων. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι για να υπάρξουν περαιτέρω ουσιαστικά κέρδη στην απασχόληση απαιτείται αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ιδίως των γυναικών.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η ING εστιάζει στο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, περίπου 3,6% του ΑΕΠ, στον σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και στη σταθερά πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους προς το 146% του ΑΕΠ το 2025 και κάτω από 140% το 2026. Αυτά τα μεγέθη επιτρέπουν μια πιο επεκτατική πολιτική χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του χρέους.
Κοινός παρονομαστής των δύο αναλύσεων είναι οι κίνδυνοι από τον πληθωρισμό, την ανταγωνιστικότητα, το εξωτερικό ισοζύγιο, την προσιτότητα στέγασης και την κλιματική αλλαγή – με τις φυσικές καταστροφές να απειλούν και τον τουρισμό.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η εικόνα που σκιαγραφούν HSBC και ING είναι σαφώς θετική, αλλά όχι αυτάρεσκη: η Ελλάδα μπαίνει σε φάση βιώσιμης ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι θα τρέξει γρηγορότερα τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, θα κλείσει το ενεργειακό και επενδυτικό κενό και θα αξιοποιήσει στο έπακρο το παράθυρο του Ταμείου Ανάκαμψης πριν αυτό κλείσει οριστικά.







