Mercosur: Ποιοι κλάδοι της ελληνικής αγροδιατροφής κινδυνεύουν και ποιοι μπορούν να απογειωθούν

Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ–Mercosur αναδιατάσσει το εμπορικό τοπίο για την ελληνική αγροδιατροφή, σε μια σχέση ήδη βαθιά ελλειμματική υπέρ της Λατινικής Αμερικής. Η έκβαση για την Ελλάδα δεν θα κριθεί στα συνθήματα περί «ιστορικής συμφωνίας», αλλά στην ικανότητα στόχευσης εξαγωγών και θωράκισης των ευάλωτων κλάδων.

Η υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur κλείνει έναν κύκλο 25ετών διαπραγματεύσεων και ανοίγει έναν νέο, πολύ πιο απαιτητικό, για την ελληνική αγροτική οικονομία. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ήδη ένα συντριπτικό εμπορικό έλλειμμα: το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς Mercosur ήταν 109,3 εκατ. ευρώ, έναντι εισαγωγών 644,5 εκατ. ευρώ. Στα αγροτικά τρόφιμα η αναλογία είναι ακόμη πιο σκληρή – περίπου 1 προς 13.

Οι μεγάλοι χαμένοι: κτηνοτροφία, ρύζι, μέλι, καλαμπόκι

Η αύξηση της δασμολογικής ποσόστωσης για βόειο κρέας από Mercosur στους 99.000 τόνους, έστω κι αν αντιστοιχεί μόλις στο 1,6% της κατανάλωσης της ΕΕ, θεωρείται καμπανάκι για την ελληνική κτηνοτροφία. Οι παραγωγοί φοβούνται εισαγωγές κρέατος με πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και με χρήση αντιβιοτικών, αυξητικών παραγόντων και φυτοφαρμάκων που στην Ευρώπη απαγορεύονται. Το χάσμα κόστους είναι ενδεικτικό: κέρδος στο καλαμπόκι στη Βραζιλία με τιμή παραγωγού περίπου 0,06 ευρώ/κιλό, όταν στην Ελλάδα απαιτούνται πάνω από 0,22 ευρώ.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι και η καλλιέργεια ρυζιού. Με ετήσια παραγωγή 160.000 τόνων, εκ των οποίων μόνο 60.000 καταναλώνονται εγχώρια, μια μαζική εισροή φθηνού ρυζιού από Mercosur μπορεί να συμπιέσει δραματικά τις τιμές, πλήττοντας κυρίως την περιοχή της Θεσσαλονίκης όπου παράγεται το 70% της ελληνικής ποσότητας. Αντίστοιχοι φόβοι διατυπώνονται για το μέλι, όπου η ελληνική παραγωγή 25.000 τόνων ετησίως θα βρεθεί αντιμέτωπη με χαμηλού κόστους εισαγωγές.

Ελιές, ΠΟΠ και το «στραβό» άρθρο της συμφωνίας

Πιο περίπλοκη είναι η εικόνα για τις ελιές. Η συμφωνία προβλέπει σταδιακή κατάργηση των δασμών (από 12,8% σε μηδέν μέσα σε 7 χρόνια) για τις επιτραπέζιες ελιές που εισάγονται στην ΕΕ από Mercosur, ενώ οι αγορές Mercosur διατηρούν δασμούς 12,6% στις ευρωπαϊκές ελιές. Η ασυμμετρία αυτή, που αποδίδεται σε σκληρή πίεση της Αργεντινής, αφήνει τους Έλληνες και Ισπανούς εξαγωγείς σε μειονεκτική θέση σε μια αγορά όπως η Βραζιλία, που καταναλώνει 120.000 τόνους ελιών ετησίως.

Η λίστα των 344 προστατευόμενων ΠΟΠ/ΠΓΕ της ΕΕ –με 21 ελληνικά προϊόντα όπως φέτα, ελιά και ελαιόλαδο Καλαμάτας, κρόκος Κοζάνης, μαστίχα Χίου, σταφίδα, μανούρι, κεφαλογραβιέρα και εμβληματικές οινικές ζώνες– προσφέρει σημαντική αλλά όχι πλήρη θωράκιση. Η φέτα, για παράδειγμα, συνοδεύεται από επταετή «grandfathering», που επιτρέπει σε υφιστάμενες απομιμήσεις να συνεχίσουν προσωρινά. Άλλα προϊόντα, όπως η βραβευμένη γραβιέρα Νάξου, μένουν εντελώς απροστάτευτα.

Οι κερδισμένοι: ελαιόλαδο, κονσερβοποιία, ακτινίδιο, κρασί

Στον αντίποδα, αρκετοί κλάδοι βλέπουν τη Mercosur ως ευκαιρία. Η κονσερβοποιία ροδάκινου αναμένει θεαματική ενίσχυση, αφού οι σημερινοί δασμοί άνω του 50% λειτουργούν αποτρεπτικά. Το ακτινίδιο, όπου η Ελλάδα έχει ισχυρή εξαγωγική παρουσία, θεωρείται επίσης προϊόν με σαφές περιθώριο ανάπτυξης.

Το ελληνικό ελαιόλαδο αναδεικνύεται ίσως στον μεγαλύτερο στρατηγικό κερδισμένο. Η μείωση των δασμών στις χώρες της Mercosur όχι μόνο ανοίγει μια αγορά άνω των 270 εκατ. καταναλωτών, με αιχμή τη Βραζιλία, αλλά και φρενάρει την επέκταση ανταγωνιστών όπως η Τυνησία, που έχει πλέον τεράστια παραγωγή – ακόμη και κορωνέικης ποικιλίας. Η φύση της αγοράς στη Λατινική Αμερική, όπου το brand έχει βαρύτητα, ταιριάζει στο ελληνικό μοντέλο premium, μονοποικιλιακού, επώνυμου extra virgin.

Στο κρασί, η εικόνα είναι μικτή: η Ελλάδα κερδίζει πρόσβαση σε μια αναπτυσσόμενη, εύπορη μεσαία τάξη στη Βραζιλία, αλλά ταυτόχρονα εκτίθεται σε ακόμη φθηνότερες εισαγωγές χύμα οίνου από Αργεντινή και λοιπή Νότια Αμερική. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο όγκος αλλά η ταυτότητα και η επιθετική προώθηση των ελληνικών ετικετών.

Βιοποικιλότητα, έλεγχοι και το γεωπολιτικό στοίχημα

Ένα λιγότερο προβεβλημένο πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η βιοποικιλότητα: προϊόντα όπως κρόκος Κοζάνης ή ελιά Καλαμών δεν μπορούν να αναπαραχθούν εύκολα σε Αργεντινή και Βραζιλία. Σε συνδυασμό με το υψηλό μεταφορικό κόστος για χαμηλού περιθωρίου αγροτικά προϊόντα, λειτουργούν ως φυσικό «τείχος» απέναντι σε ορισμένες εισαγωγές.

Ωστόσο, η μαζική χρήση γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών και φυτοφαρμάκων στη Λατινική Αμερική –πολλά από τα οποία δεν είναι εγκεκριμένα στην ΕΕ– καθιστά κρίσιμη την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών ελέγχων. Χωρίς αυστηρούς μηχανισμούς, ο ανταγωνισμός κινδυνεύει να γίνει όχι μόνο αθέμιτος αλλά και επικίνδυνος για τη δημόσια υγεία.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία εντάσσεται στην προσπάθεια της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και την Κίνα, δημιουργώντας μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου 700 εκατ. κατοίκων. Για την Ελλάδα, με αγροτικό τομέα που απασχολεί 10%–11,5% του εργατικού δυναμικού, το διακύβευμα είναι αν αυτή η «μεγάλη εικόνα» θα μεταφραστεί σε πραγματικό εισόδημα στην ύπαιθρο ή σε επιτάχυνση της αποδιάρθρωσής της.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η Mercosur δεν είναι μονόδρομος σωτηρίας ούτε προδιαγεγραμμένη καταστροφή για την ελληνική γεωργία· είναι ένα τεστ ωριμότητας. Όποιοι κλάδοι επενδύσουν σε ποιότητα, επωνυμία και στοχευμένη εξωστρέφεια –ελαιόλαδο, φρούτα, κονσερβοποιία, οίνος– έχουν μπροστά τους σπάνιο παράθυρο κερδών. Όσοι παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε μοντέλο χαμηλού κόστους, χωρίς συλλογική στρατηγική και χωρίς πίεση για αυστηρούς ελέγχους στις εισαγωγές, θα συνθλιβούν ανάμεσα στο φθηνό λατινοαμερικανικό προϊόν και στις ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Η μπάλα περνά πλέον από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα – και από το κράτος στις ίδιες τις οργανώσεις των παραγωγών.

#Mercosur #αγροτικά #ελαιόλαδο #ελιές #κτηνοτροφία #ελληνικές_εξαγωγές

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.