Η ελληνική εξωτερική πολιτική επιχειρεί λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη θεσμική της ένταξη στην ΕΕ και την ανάγκη διατήρησης της εύνοιας της Ουάσιγκτον επί Τραμπ. Οι υποθέσεις Γροιλανδίας, Βενεζουέλας και Ιράν αποκαλύπτουν μια τακτική επιλεκτικής ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ, με συχνές αντιφάσεις ως προς το Διεθνές Δίκαιο.
Η εικόνα της Ελλάδας ως «πιστού συζύγου» της Ευρώπης που ταυτόχρονα αναζητά την «αγάπη» της Αμερικής του Ντόναλντ Τραμπ συνοψίζει τη σημερινή γεωπολιτική της θέση. Ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, η Αθήνα οφείλει να κινείται εντός ευρωπαϊκού πλαισίου, αλλά τα άλυτα προβλήματα με την Τουρκία την ωθούν σε αυξημένη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον, ακόμη και όταν οι αμερικανικές επιλογές συγκρούονται με τις ευρωπαϊκές αρχές και συμφέροντα.
Γροιλανδία: χλιαρή στήριξη στην ευρωπαϊκή γραμμή
Η υπόθεση της Γροιλανδίας, όπου ο Τραμπ επιχειρεί ουσιαστικά προσάρτηση ενός τμήματος του βασιλείου της Δανίας με εργαλείο και τους δασμούς, ανέδειξε τα όρια της ελληνικής αποφασιστικότητας. Η Αθήνα άργησε χαρακτηριστικά να ταχθεί δημόσια στο πλευρό της Κοπεγχάγης και των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, παρότι το ζήτημα αγγίζει καίρια την αρχή της κυριαρχίας και του απαραβίαστου των συνόρων – θεμέλιο της ελληνικής διπλωματίας.
Τελικά, η Ελλάδα συνυπέγραψε τη δήλωση Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Πολωνίας, Ισπανίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Δανίας, ότι το μέλλον της Γροιλανδίας πρέπει να καθοριστεί από Δανία και Γροιλανδία. Η επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών επανέλαβε μεν τις αρχές της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, αλλά φρόντισε να εντάξει τις ΗΠΑ στο πλαίσιο της «συλλογικής ασφάλειας στο ΝΑΤΟ», αποφεύγοντας ευθεία κριτική στον Τραμπ.
Βενεζουέλα: πρόθυμη στοίχιση με την Ουάσιγκτον
Αντίθετα, στην περίπτωση της Βενεζουέλας, όταν αμερικανικές δυνάμεις συνέβαλαν στην απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από το Καράκας, η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα και με υψηλούς τόνους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε δήλωσή του στα αγγλικά, χαρακτήρισε την πτώση του καθεστώτος «νέα ελπίδα» για τη χώρα και υπογράμμισε ότι «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών».
Η διατύπωση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό, καθώς φάνηκε να αποδέχεται σιωπηρά μια αμφιλεγόμενη επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος, σε αντίθεση με τη διακηρυγμένη ελληνική προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο. Το υπουργείο Εξωτερικών αναγκάστηκε εκ των υστέρων να επαναβεβαιώσει ότι η Ελλάδα στηρίζει την «καθολική τήρηση του Διεθνούς Δικαίου και του Χάρτη του ΟΗΕ». Παρά τις αντιφάσεις, η στάση της Αθήνας κινήθηκε κοντά σε εκείνη ορισμένων μεγάλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, όπως της Γερμανίας.
Ιράν, Ρωσία, Κίνα: οι σιωπηρές κόκκινες γραμμές
Πολύ πιο επιφυλακτική εμφανίστηκε η Ελλάδα όταν ο Τραμπ απείλησε με στρατιωτικό πλήγμα το Ιράν, επικαλούμενος την καταστολή διαδηλώσεων. Η Αθήνα εξέφρασε ανησυχία, μίλησε για σεβασμό θεμελιωδών ελευθεριών, αλλά τόνισε ότι «υποχρέωση όλων» είναι η αποχή από τη βία, αποφεύγοντας να ταχθεί στην πρωτοπορία των ευρωπαϊκών φωνών για νέες κυρώσεις ή για χαρακτηρισμό των Φρουρών της Επανάστασης ως τρομοκρατικής οργάνωσης.
Αντίστοιχα, η Ελλάδα κινήθηκε αργά και υπόγεια σε ορισμένες κυρώσεις κατά πλοίων που συναλλάσσονταν με τη Ρωσία, ενώ σήμερα καθυστερεί κινήσεις που θα έπλητταν την κινεζική Cosco στον Πειραιά, παρά τις αμερικανικές πιέσεις. Η εξήγηση είναι διττή: αφενός, η Αθήνα επιδιώκει να διαφυλάξει παραδοσιακά κανάλια με χώρες όπως το Ιράν· αφετέρου, η ναυτιλιακή της ταυτότητα και το βάρος των εφοπλιστών επιβάλλουν ρεαλιστικές προσαρμογές απέναντι σε Μόσχα και Πεκίνο.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ελληνική εξωτερική πολιτική επιχειρεί να «τετραγωνίσει τον κύκλο»: να εμφανίζεται υποδειγματικά δυτική, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Τραμπ και ταυτόχρονα να μην καίει γέφυρες με Ευρώπη, Ιράν, Ρωσία και Κίνα. Το αποτέλεσμα είναι μια στρατηγική επιλεκτικής ευθυγράμμισης, με κίνδυνο όμως η Αθήνα να φανεί αναξιόπιστη και στους δύο πόλους αν συνεχίσει να μεταφράζει τον ρεαλισμό σε αμφίσημα μηνύματα για το Διεθνές Δίκαιο.







