Σημαντική διεύρυνση του αριθμού των ωφελουμένων στο «Εξοικονομώ 2025» ανακοίνωσε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, από 17.000 σε 41.000 δικαιούχους. Την ίδια στιγμή, ο βουλευτής της ΝΔ Γιώργος Βλάχος καταγγέλλει καθυστερήσεις, αδικίες στη μοριοδότηση και άνιση περιφερειακή κατανομή των πόρων.
Το πρόγραμμα «Εξοικονομώ 2025» εξελίσσεται σε κεντρικό εργαλείο ενεργειακής αναβάθμισης της κατοικίας, αλλά και σε πεδίο πολιτικής τριβής. Απαντώντας σε Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή της ΝΔ Γιώργου Βλάχου στη Βουλή, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος ανακοίνωσε ότι ο αρχικός σχεδιασμός για περίπου 17.000 ωφελούμενους και προϋπολογισμό 434 εκατ. ευρώ αναθεωρήθηκε, ώστε να καλυφθούν 41.000 δικαιούχοι.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, οι αιτήσεις ξεπέρασαν τις 55.000, γεγονός που ανάγκασε το υπουργείο να αναζητήσει πρόσθετους πόρους. Όπως υποστήριξε, η διεύρυνση επιτρέπει πλέον την κάλυψη σχεδόν του συνόλου των αιτούντων που ανήκουν σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες ή προέρχονται από περιοχές που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές.
Το «εύλογο κόστος» και η στόχευση στη θέρμανση
Κεντρικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής του προγράμματος αποτελεί το κριτήριο του «εύλογου κόστους» ανά τετραγωνικό μέτρο, που καθορίζει το αν μια πρόταση θεωρείται επιλέξιμη. Ο Νίκος Τσάφος υπενθύμισε ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι καινούργιο, αλλά «απορρέει από τη γενικότερη ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία» και είχε εφαρμοστεί και στους κύκλους του 2021 και του 2023, με όρια περίπου 200 και 240 ευρώ ανά τ.μ. αντίστοιχα. Στον κύκλο του 2025, το πλαφόν ανέβηκε στα 280 ευρώ ανά τ.μ.
Ο υφυπουργός εξήγησε επίσης τη βαρύτητα που δόθηκε στις παρεμβάσεις θέρμανσης, επισημαίνοντας ότι η θέρμανση χώρων αντιστοιχεί περίπου στο 60% της ενεργειακής δαπάνης των νοικοκυριών. Η επιλογή αυτή συνδέεται τόσο με τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά όσο και με τον στόχο περιορισμού των εκπομπών από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Το κενό μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και η ανάγκη ιδιωτικών κεφαλαίων
Ιδιαίτερο βάρος έχει η παραδοχή Τσάφου ότι το «Εξοικονομώ» μέχρι σήμερα στηρίχθηκε στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι όμως σταδιακά εξαντλούνται. Όπως ανέφερε, η επόμενη ημέρα θα βασιστεί σε πόρους του Κλιματικού και Ενεργειακού Ταμείου, αλλά και σε νέα σχήματα χρηματοδότησης που θα μοχλεύουν ιδιωτικά κεφάλαια, ώστε το πρόγραμμα να πάψει να εξαρτάται αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Στόχος, όπως είπε, είναι «πολύ υψηλότερα επίπεδα εξοικονόμησης» σε εθνική κλίμακα.
Καθυστερήσεις, πλαφόν και περιφερειακές ανισότητες
Από την πλευρά του, ο Γιώργος Βλάχος άσκησε έντονη κριτική στη διαχείριση του κύκλου 2025. Κατήγγειλε ότι τα αποτελέσματα εκδόθηκαν «με μεγάλη καθυστέρηση», στο τέλος του έτους, σε αντίθεση με τις αρχικές κυβερνητικές ανακοινώσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα σε νοικοκυριά και επαγγελματίες που είχαν ήδη προχωρήσει σε εργασίες ή προκαταβολές.
Ο βουλευτής στάθηκε ιδίως στο πλαφόν εργασιών των 280 ευρώ ανά τ.μ., το οποίο, όπως υποστήριξε, τέθηκε εκ των υστέρων, προκαλώντας «αδικίες και αδιαφάνεια». Επισήμανε ότι αν οι ενδιαφερόμενοι γνώριζαν εξαρχής το όριο, θα ιεραρχούσαν διαφορετικά τις παρεμβάσεις τους, αντί να επιλέξουν δύο ή τρεις αναβαθμίσεις που ενδέχεται να μην καλύπτονται πλήρως.
Παράλληλα, μίλησε για άνιση γεωγραφική κατανομή, με την Αττική –περιοχή με μεγάλο κτιριακό απόθεμα και υψηλές ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης– να λαμβάνει μόλις το 5% των αιτήσεων. Ζήτησε ειδική μέριμνα για τους επιλαχόντες και για όσους έχουν ήδη ξεκινήσει έργα μέσα στο 2025, καθώς και διασφάλιση του ρόλου των μηχανικών και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, αντιδρώντας σε σενάρια ανάθεσης εγκρίσεων σε παρόχους ενέργειας.
Ο Γιώργος Βλάχος υπογράμμισε ότι τέτοιου τύπου προγράμματα «έχουν αντίκτυπο στον κόσμο» και συνεπώς απαιτούν αυξημένη θεσμική σοβαρότητα, καθώς οι βουλευτές καλούνται να απολογούνται στους πολίτες για τις επιλογές της διοίκησης.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η διεύρυνση των δικαιούχων στο «Εξοικονομώ 2025» δείχνει πολιτική βούληση να στηριχθεί η ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά οι καταγγελίες για καθυστερήσεις, αιφνιδιαστικά πλαφόν και άνιση περιφερειακή κατανομή αναδεικνύουν κλασικές παθογένειες: έλλειψη προβλεψιμότητας, ασθενή τεχνικό σχεδιασμό και υποτίμηση του ρόλου των μηχανικών. Αν δεν υπάρξει σταθερό, πολυετές πλαίσιο με σαφείς κανόνες και συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων, το «Εξοικονομώ» κινδυνεύει να παραμείνει ένα δημοφιλές αλλά αποσπασματικό εργαλείο, αντί για πυλώνα της πράσινης μετάβασης της ελληνικής κατοικίας.







