Στο 1,9% διαμορφώθηκε τελικά ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Δεκέμβριο, κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ και χαμηλότερα της αρχικής εκτίμησης. Στην Ελλάδα, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή επιβεβαιώθηκε στο 2,9%, διατηρώντας σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η σταδιακή εκτόνωση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρωζώνη επιβεβαιώνεται από τα τελικά στοιχεία της Eurostat για τον Δεκέμβριο, τα οποία δείχνουν τον ετήσιο πληθωρισμό στο 1,9%, έναντι 2,1% τον Νοέμβριο και χαμηλότερα από το 2% που είχε εκτιμηθεί προκαταρκτικά. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι, για πρώτη φορά μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υψηλού πληθωρισμού, ο γενικός δείκτης κινείται κάτω από τον επίσημο στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για «κοντά αλλά κάτω από 2%».
Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα ο εναρμονισμένος πληθωρισμός επιβεβαιώνεται στο 2,9%, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που αναδεικνύει μια επίμονη εγχώρια πληθωριστική δυναμική.
Τι δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat για την Ευρώπη
Σύμφωνα με την Eurostat, οι υπηρεσίες αποτελούν τον βασικό οδηγό του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, συμβάλλοντας κατά +1,54 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό. Ακολουθούν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και τα καπνικά με +0,49 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά προσθέτουν μόλις +0,09 ποσοστιαίες μονάδες.
Αντίθετα, η ενέργεια έχει αποπληθωριστική επίδραση, αφαιρώντας -0,18 ποσοστιαίες μονάδες από τον συνολικό δείκτη. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας έχει πλέον περάσει με σχετική ένταση στους δείκτες τιμών, την ώρα που οι υπηρεσίες –συχνά συνδεδεμένες με μισθολογικό κόστος– παραμένουν η «σκληρή» πλευρά του πληθωρισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σταθεροποίηση του λεγόμενου δομικού πληθωρισμού στο 2,3% ετησίως. Ο δομικός δείκτης, που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, θεωρείται πιο αξιόπιστος οδηγός για τις μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές τάσεις και, κατ’ επέκταση, για τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής. Το γεγονός ότι ο δομικός πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο δείχνει ότι η ΕΚΤ θα κινηθεί με προσοχή σε ό,τι αφορά ενδεχόμενες μειώσεις επιτοκίων.
Η θέση της Ελλάδας και οι αποκλίσεις στην ΕΕ
Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,3% τον Δεκέμβριο, από 2,4% τον Νοέμβριο. Ωστόσο, οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες: στην Κύπρο ο ετήσιος πληθωρισμός περιορίστηκε μόλις στο 0,1%, στη Γαλλία στο 0,7% και στην Ιταλία στο 1,2%. Στον αντίποδα, η Ρουμανία κατέγραψε 8,6%, η Σλοβακία 4,1% και η Εσθονία 4%.
Η Ελλάδα, με 2,9%, τοποθετείται πάνω από τον μέσο όρο τόσο της Ευρωζώνης όσο και της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας ότι η διαδικασία αποκλιμάκωσης είναι πιο αργή σε σχέση με άλλες οικονομίες. Αυτό συνδέεται με τη δομή της αγοράς τροφίμων και υπηρεσιών, το ενεργειακό κόστος που ενσωματώθηκε στις τιμές τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και με τη δυναμική της εγχώριας ζήτησης.
Συνολικά, σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2025, ο ετήσιος πληθωρισμός μειώθηκε σε 18 κράτη-μέλη, παρέμεινε σταθερός σε 3 και αυξήθηκε σε 6, δείχνοντας ότι η αποπληθωριστική τάση δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη την Ένωση.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κάθοδος του πληθωρισμού της Ευρωζώνης κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ ανοίγει θεωρητικά τον δρόμο για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, όμως ο επίμονα υψηλός δομικός δείκτης λειτουργεί ως «φρένο» για βιαστικές μειώσεις επιτοκίων. Για την Ελλάδα, η διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο 3% σημαίνει διαβρωμένη αγοραστική δύναμη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κίνδυνο απώλειας ανταγωνιστικότητας, αν δεν ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και δεν περιοριστούν οι στρεβλώσεις που κρατούν τις τιμές σε υψηλότερα επίπεδα.







