Ευρώπη: Το επενδυτικό θάρρος που λείπει για να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας

Η Ευρώπη επιχειρεί θεσμική και δημοσιονομική στροφή προς την ανάπτυξη, αλλά παραμένει πίσω σε ιδιωτικές επενδύσεις σε σχέση με ΗΠΑ και Κίνα. Η McKinsey προειδοποιεί ότι χωρίς «επιχειρηματικό θάρρος» από λίγες μεγάλες εταιρείες–πρωταθλητές, η ήπειρος κινδυνεύει με μια ακόμη δεκαετία στασιμότητας.

Η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται σε φάση αναθεώρησης του μοντέλου της, με την Κομισιόν και τα κράτη-μέλη να επιταχύνουν τις δημόσιες επενδύσεις σε τεχνολογία, ενέργεια και άμυνα και να απλοποιούν σταδιακά το ρυθμιστικό πλαίσιο. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα έρευνα της McKinsey, ο καταλύτης που λείπει για να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία είναι το «επιχειρηματικό θάρρος» των ίδιων των ευρωπαϊκών εταιρειών.

Το επενδυτικό κενό και ο κίνδυνος «κοσμικής στασιμότητας»

Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, η Ευρώπη βιώνει παρατεταμένη υστέρηση στις ιδιωτικές επενδύσεις, ιδιαίτερα σε κλάδους που διαμορφώνουν το μέλλον. Τα τελευταία πέντε χρόνια, εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ έχουν επενδύσει περίπου 2 τρισ. ευρώ περισσότερα σε ψηφιακές τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους. Στη βιομηχανική παραγωγή, η Κίνα επενδύει με ρυθμό τριπλάσιο από την Ευρώπη.

Το κενό αυτό δεν περιορίζει μόνο την τρέχουσα ανάπτυξη, αλλά στερεί από την ήπειρο τη δυνατότητα να σχεδιάζει, αναπτύσσει και εμπορικοποιεί τις τεχνολογίες που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την ευημερία της. Η έκθεση Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα εκτίμησε το 2024 ότι απαιτούνται επιπλέον 800 δισ. ευρώ ετησίως για να αρχίσει να κλείνει το χάσμα· με την προσθήκη των αναγκών άμυνας, το ποσό αυτό ανεβαίνει πλέον σε περίπου 1,2 τρισ. ευρώ τον χρόνο για την επόμενη πενταετία.

Χωρίς ισχυρή αντίδραση από τον ιδιωτικό τομέα, η McKinsey προειδοποιεί για σενάριο νέας δεκαετίας «κοσμικής στασιμότητας», με πραγματική αύξηση ΑΕΠ γύρω στο 1% ετησίως, υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις, χαμηλές επενδύσεις και επιστροφή των επιτοκίων κοντά στο μηδέν.

Ο ρόλος των «πρωταθλητών» και τα παραδείγματα

Κεντρικό εύρημα της έρευνας είναι ότι η εθνική παραγωγικότητα μπορεί να καθοριστεί δυσανάλογα από λίγες εταιρείες–«πρωταθλητές». Στις ΗΠΑ, δείγμα που αντιστοιχεί περίπου στο 15% της οικονομίας έδειξε ότι πάνω από τα δύο τρίτα της αύξησης παραγωγικότητας την περίοδο 2011-2019 προήλθαν από μόλις 44 εταιρείες. Στη Γερμανία, 13 αντίστοιχες επιχειρήσεις παρήγαγαν παρόμοιο μερίδιο της συνολικής αύξησης παραγωγικότητας.

Η McKinsey υποστηρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερες τέτοιες «outlier» εταιρείες, πρόθυμες να αναλάβουν υπολογισμένο ρίσκο, να επενδύσουν επιθετικά και να συνεργαστούν σε βάθος με το δημόσιο. Ενδεικτικά, η ολλανδική ASML, παγκόσμιος ηγέτης στους ημιαγωγούς, συμμετέχει στο Project Beethoven, ένα δημόσιο-ιδιωτικό σχήμα 2,5 δισ. ευρώ με την ολλανδική κυβέρνηση και τοπικούς φορείς για τη διατήρηση και επέκταση του οικοσυστήματος μικροτσίπ στο Αϊντχόβεν.

Παράλληλα, ευρωπαϊκές εταιρείες κοινής ωφέλειας επαναχρησιμοποιούν παλαιές λιγνιτικές και μονάδες φυσικού αερίου ως υποδομές για μεγάλα data centers, μετατρέποντας «εγκαταλελειμμένα» περιουσιακά στοιχεία σε κόμβους της ψηφιακής οικονομίας. Η ριζική υιοθέτηση τεχνητής νοημοσύνης και αυτοματοποίησης θα μπορούσε, σύμφωνα με το McKinsey Global Institute, να προσθέσει έως και 3,4 ποσοστιαίες μονάδες στην ετήσια αύξηση παραγωγικότητας παγκοσμίως έως το 2040.

Δημόσιες πολιτικές και το ζητούμενο «επιχειρηματικό θάρρος»

Στο επίπεδο πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκινήσει δεκάδες πρωτοβουλίες για απλοποίηση κανονισμών, βελτίωση μηχανισμών χρηματοδότησης και δημιουργίας αγορών, καθώς και την προετοιμασία ενός «28ου καθεστώτος» που θα διευκολύνει την κλιμάκωση επιχειρήσεων σε όλα τα 27 κράτη-μέλη. Κυβερνήσεις, όπως της Γερμανίας, προχωρούν σε εξαιρέσεις αμυντικών δαπανών από τους δημοσιονομικούς κανόνες και δημιουργούν μεγάλα επενδυτικά ταμεία για υποδομές και κλιματική μετάβαση, ενώ ανάλογα προγράμματα διαμορφώνονται σε Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία και σκανδιναβικές χώρες.

Ωστόσο, οι συντάκτες της μελέτης ξεκαθαρίζουν ότι οι δημόσιες πολιτικές μπορούν μόνο να στρώσουν το έδαφος. Η πραγματική αλλαγή προϋποθέτει διοικήσεις εταιρειών που θα κινηθούν με ταχύτητα αντίστοιχη των αμερικανικών και ασιατικών ανταγωνιστών τους, θα αξιοποιήσουν τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και θα αναλάβουν ρίσκο σε κλάδους αιχμής. Χωρίς αυτή τη «δόση επιχειρηματικού θάρρους», η Ευρώπη, παρά τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις, κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένη σε χαμηλή τροχιά ανάπτυξης.

Σχόλιο SBCTV.gr: Η ανάλυση της McKinsey επιβεβαιώνει ότι η μάχη για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα δεν θα κριθεί μόνο σε Βρυξέλλες και εθνικές πρωτεύουσες, αλλά στα διοικητικά συμβούλια λίγων μεγάλων εταιρειών που θα τολμήσουν να επενδύσουν κόντρα στην αβεβαιότητα. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το μήνυμα είναι διπλό: αφενός ανάγκη για σταθερό, φιλικό προς την καινοτομία πλαίσιο, αφετέρου στροφή των εγχώριων ομίλων από την άνεση των ώριμων κλάδων σε τεχνολογία, πράσινη βιομηχανία και συνεργασίες με το Δημόσιο. Χωρίς δικούς της «πρωταθλητές», η Ευρώπη –και μαζί της η Ελλάδα– θα παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις που διαμορφώνονται αλλού.

#Ευρώπη #Ανταγωνιστικότητα #Επενδύσεις #McKinsey #ΤεχνητήΝοημοσύνη

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.