Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει ένα εναλλακτικό σχέδιο συνεργασίας με τις μεγάλες τράπεζες, ώστε να αποφύγει νομοθετικό πλαφόν 10% στα επιτόκια πιστωτικών καρτών. Ο οικονομικός σύμβουλος Κέβιν Χάσετ προωθεί την ιδέα ειδικών «Trump cards» για καταναλωτές χωρίς πρόσβαση σε πίστωση, αλλά με σταθερό εισόδημα.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και τον αμερικανικό τραπεζικό κλάδο για το κόστος των πιστωτικών καρτών φαίνεται να εισέρχεται σε φάση αναδίπλωσης. Μετά την αιφνιδιαστική πρόταση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ανώτατο όριο 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών, ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, Κέβιν Χάσετ, άφησε να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση αναζητά μια πιο στοχευμένη και κυρίως εθελοντική λύση σε συνεργασία με τις μεγάλες τράπεζες.
Από το αυστηρό πλαφόν σε στοχευμένες «Trump cards»
Ο Τραμπ ζήτησε από τις τράπεζες να περιορίσουν τα επιτόκια πιστωτικών καρτών στο 10%, κίνηση που απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τραπεζίτες και λομπίστες, οι οποίοι προειδοποίησαν για κλείσιμο λογαριασμών και συρρίκνωση της πίστωσης. Στο νέο αφήγημα, όπως το περιέγραψε ο Χάσετ σε συνέντευξή του στο Fox Business, οι μεγάλες τράπεζες θα μπορούσαν «εθελοντικά» να δημιουργήσουν ειδικά προϊόντα πιστωτικών καρτών για καταναλωτές που σήμερα δεν έχουν πρόσβαση σε πίστωση, παρότι διαθέτουν επαρκές και σταθερό εισόδημα.
Στόχος, σύμφωνα με τον Χάσετ, είναι να καλυφθεί ένα «γλυκό σημείο» της αγοράς: νοικοκυριά με χαμηλή ή μηδενική μόχλευση, τα οποία όμως θεωρούνται αξιόχρεα. Αυτές οι κάρτες, που ανεπίσημα βαφτίζονται ήδη «Trump cards», θα προσφέρονται από τις τράπεζες χωρίς να απαιτείται νέα νομοθεσία, άρα και χωρίς να επιβληθεί οριζόντιος έλεγχος των επιτοκίων στην υπόλοιπη αγορά.
Αντιδράσεις τραπεζών και πολιτικό διακύβευμα
Παρά τη ρητορική περί συνεννόησης, μεγάλος εκδότης πιστωτικών καρτών και λομπίστας που εκπροσωπεί συστημικές τράπεζες δήλωσαν στο CNBC ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν υπάρξει ουσιαστικές συζητήσεις με την κυβέρνηση για το σχήμα των «Trump cards». Τραπεζικά στελέχη, στις παρουσιάσεις αποτελεσμάτων δ΄ τριμήνου, προειδοποίησαν ότι ένα σκληρό πλαφόν 10% θα οδηγούσε σε μαζικό κλείσιμο λογαριασμών υψηλού ρίσκου, με αρνητικές συνέπειες για την κατανάλωση και την οικονομία.
Η στροφή Χάσετ σε μια πιο «ήπια» προσέγγιση ερμηνεύεται ως προσπάθεια του Λευκού Οίκου να διασώσει το πολιτικό αφήγημα περί «προσιτής πίστωσης» για τα νοικοκυριά, χωρίς να προκαλέσει σοκ στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μιλά ήδη με διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων τραπεζών που «θεωρούν ότι ο πρόεδρος βρίσκεται σε σωστή κατεύθυνση». Ωστόσο, η έλλειψη συγκεκριμένων σχεδίων και δεσμεύσεων αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για ουσιαστική πολιτική ή για επικοινωνιακή διέξοδο από μια πρόταση – το πλαφόν 10% – που δύσκολα μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς Κογκρέσο.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση στις ΗΠΑ αγγίζει μια δομική πτυχή του καταναλωτικού καπιταλισμού: το πώς ισορροπεί η πολιτική εξουσία ανάμεσα στην προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και στη διατήρηση της κερδοφορίας και της πιστοληπτικής λειτουργίας των τραπεζών.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση των «Trump cards» δείχνει πώς μια αρχικά συγκρουσιακή, λαϊκιστική πρόταση (σκληρό πλαφόν 10%) μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση για στοχευμένα προϊόντα που αφήνουν άθικτη την καρδιά του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών. Το πιθανότερο είναι να δούμε περιορισμένες, συμβολικές πρωτοβουλίες για «περιθωριοποιημένους» δανειολήπτες, ενώ η γενικευμένη πίεση στο κόστος δανεισμού θα παραμείνει μικρή. Για τις ελληνικές και ευρωπαϊκές συζητήσεις γύρω από το κόστος καταναλωτικής πίστωσης, το αμερικανικό παράδειγμα λειτουργεί περισσότερο ως προειδοποίηση: χωρίς ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, η «εθελοντική» αυτορρύθμιση των τραπεζών σπάνια οδηγεί σε βαθιές αλλαγές υπέρ των καταναλωτών.







