Για 13η συνεχόμενη νύχτα, χιλιάδες Ιρανοί κατέκλυσαν τους δρόμους της Τεχεράνης και άλλων πόλεων, χτυπώντας κατσαρόλες και τηγάνια και φωνάζοντας συνθήματα κατά της ηγεσίας. Το καθεστώς απαντά με μπλακάουτ στο διαδίκτυο, σκληρή ρητορική και απειλές για «μέγιστη τιμωρία», ενώ ο αριθμός των νεκρών και τραυματιών αυξάνεται διαρκώς.
Οι αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις στο Ιράν, που ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου, εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση. Παρά το σχεδόν πλήρες μπλακάουτ στο διαδίκτυο, βίντεο που διασταυρώθηκαν από διεθνή πρακτορεία δείχνουν χιλιάδες πολίτες να διαδηλώνουν τη νύχτα της Παρασκευής στην Τεχεράνη και σε μεγάλες επαρχιακές πόλεις, χτυπώντας κατσαρόλες και τηγάνια – ένα κλασικό σύμβολο λαϊκής αγανάκτησης σε αυταρχικά καθεστώτα.
Τα συνθήματα στοχοποιούν ευθέως την κορυφή της εξουσίας, με κραυγές όπως «θάνατος στον Χαμενεΐ», κάτι που αποκαλύπτει ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται σε επιμέρους πολιτικές, αλλά αγγίζει τη νομιμοποίηση της ίδιας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Κλιμάκωση βίας, μπλακάουτ στο διαδίκτυο και φόβοι για αιματηρή καταστολή
Σύμφωνα με την οργάνωση Iran Human Rights, με έδρα τη Νορβηγία, τουλάχιστον 51 διαδηλωτές –ανάμεσά τους εννέα παιδιά– έχουν σκοτωθεί από την έναρξη των κινητοποιήσεων, ενώ εκατοντάδες τραυματίες έχουν διακομιστεί σε νοσοκομεία. Η αυτοεξόριστη ιρανή δικηγόρος και Νομπελίστρια Ειρήνης Σιρίν Εμπαντί κάνει λόγο για «στρατηγική επιλογή» του καθεστώτος να διακόψει την πρόσβαση στο διαδίκτυο, ώστε να περιοριστεί η διάχυση πληροφοριών και εικόνων προς το εσωτερικό και το εξωτερικό.
Επισήμως, οι αρχές επικαλούνται «ταραχές» και «σαμποτάζ». Ο δήμαρχος της Τεχεράνης κατέγραψε την πυρπόληση τουλάχιστον 42 λεωφορείων, ασθενοφόρων και δέκα κυβερνητικών κτιρίων, επιχειρώντας να τεκμηριώσει την εικόνα ενός κινήματος βίαιης αποσταθεροποίησης. Οι Φρουροί της Επανάστασης χαρακτηρίζουν την κατάσταση «απαράδεκτη» και υπόσχονται να «υπερασπιστούν την επανάσταση», ενώ η δικαστική εξουσία προειδοποιεί για επιβολή των μέγιστων ποινών.
Σκληρή γραμμή Χαμενεΐ και γεωπολιτικό παιχνίδι γύρω από τις διαδηλώσεις
Ο ανώτατος ηγέτης αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ εμφανίστηκε αμετακίνητος, δηλώνοντας ότι η Ισλαμική Δημοκρατία «δεν θα υποχωρήσει» απέναντι στους «σαμποτέρ», την ώρα που υποστηρικτές του φώναζαν «θάνατος στην Αμερική». Η ρητορική αυτή εντάσσεται στην πάγια στρατηγική της Τεχεράνης να αποδίδει τις εσωτερικές αναταράξεις σε ξένη υποκίνηση.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί κατηγόρησε ευθέως τις ΗΠΑ και το Ισραήλ για ανάμειξη, αποκλείοντας ωστόσο το ενδεχόμενο ξένης στρατιωτικής επέμβασης. Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο ιρανικός λαός μοιάζει «έτοιμος να πάρει τον έλεγχο ορισμένων πόλεων», αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι διαδηλώσεις μπορεί να εξελιχθούν σε σοβαρή απειλή για το καθεστώς.
Παράλληλα, ο εξόριστος διάδοχος του πρώην σάχη, Ρεζά Παχλαβί, κάλεσε τον Τραμπ σε άμεση παρέμβαση, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη λαϊκή οργή. Η κίνηση αυτή, όμως, τροφοδοτεί το αφήγημα της ιρανικής ηγεσίας περί «ξένου δακτύλου», το οποίο χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί μια ακόμη σκληρότερη καταστολή.
Διεθνείς πιέσεις και τα όρια αντοχής του ιρανικού συστήματος
Τρεις κορυφαίοι ευρωπαίοι ηγέτες –ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Κιρ Στάρμερ και ο Φρίντριχ Μερτς– καταδίκασαν τις «δολοφονίες διαδηλωτών» και κάλεσαν τις ιρανικές αρχές σε «αυτοσυγκράτηση». Η ευρωπαϊκή στάση, αν και σκληρή σε επίπεδο ρητορικής, παραμένει μέχρι στιγμής περιορισμένη σε διπλωματικές παραινέσεις, χωρίς απτή απειλή κυρώσεων που θα μπορούσαν να αλλάξουν τους υπολογισμούς της Τεχεράνης.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι κινητοποιήσεις μπορούν να μετατραπούν από αυθόρμητο κύμα οργής σε οργανωμένη πολιτική πρόκληση για το καθεστώς. Η γεωγραφική διασπορά των διαδηλώσεων –από την Τεχεράνη μέχρι πόλεις όπως η Μασάντ, η Ταμπρίζ και η Κομ– δείχνει βάθος δυσαρέσκειας, αλλά η απουσία ενιαίας ηγεσίας και η σιδηρά δομή καταστολής του ιρανικού κράτους λειτουργούν ως ανάχωμα σε μια άμεση ανατροπή.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το Ιράν βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία: οι εικόνες των κατσαρολών και των τηγανιών αποτυπώνουν κοινωνική κόπωση και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση, αλλά το καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου και ένα αφήγημα «περικύκλωσης» από τη Δύση που συσπειρώνει μέρος της κοινωνίας. Το αν οι διαδηλώσεις θα εξελιχθούν σε καταλύτη αλλαγών ή σε ακόμη ένα αιματηρό επεισόδιο καταστολής θα κριθεί από δύο παράγοντες: τη δυνατότητα των διαμαρτυρόμενων να αποκτήσουν πολιτική εκπροσώπηση και το αν η διεθνής κοινότητα θα περάσει από τις δηλώσεις σε στοχευμένη πίεση με πραγματικό κόστος για την ιρανική ελίτ.







