Έγγραφο που διέρρευσε αποκαλύπτει φιλόδοξο σχέδιο ΕΕ–ΗΠΑ για την προσέλκυση έως και 800 δισ. δολαρίων σε δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας μετά τον πόλεμο. Η υλοποίηση του σχεδίου, ωστόσο, προϋποθέτει κατάπαυση του πυρός και στιβαρές εγγυήσεις ασφάλειας, που παραμένουν ακόμη θεωρητικές.
Ένα 18σέλιδο έγγραφο που περιήλθε σε γνώση του Politico αποκαλύπτει την κοινή στρατηγική ΕΕ και ΗΠΑ για τη «μεταπολεμική ευημερία» της Ουκρανίας. Ο στόχος είναι η κινητοποίηση έως και 800 δισ. δολαρίων σε ορίζοντα δεκαετίας, με συνδυασμό δημόσιων πόρων, εγγυήσεων και ιδιωτικών επενδύσεων, και με αντάλλαγμα μια ταχεία πορεία ένταξης της χώρας στην ΕΕ.
Δεκαετές πλάνο με ορίζοντα το 2040
Το σχέδιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο 20σημείο «ειρηνευτικό οδικό χάρτη» που οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαμεσολαβήσουν ανάμεσα στο Κίεβο και τη Μόσχα. Δεν περιλαμβάνει στρατιωτικές ρυθμίσεις, αλλά προϋποθέτει ότι έχουν ήδη συμφωνηθεί εγγυήσεις ασφαλείας και κατάπαυση του πυρός, ώστε η Ουκρανία να μεταβεί από την έκτακτη βοήθεια σε ένα μοντέλο αυτοσυντηρούμενης ανάπτυξης.
Η χρηματοδοτική αρχιτεκτονική εκτείνεται έως το 2040 και συνοδεύεται από ένα άμεσο επιχειρησιακό πλάνο 100 ημερών για την εκκίνηση των έργων. Σύμφωνα με το έγγραφο, ΕΕ, ΗΠΑ και διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί –μεταξύ των οποίων το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα– έχουν ήδη δεσμευθεί να διοχετεύσουν περίπου 500 δισ. δολάρια σε δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια την επόμενη δεκαετία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να κατευθύνει επιπλέον 100 δισ. ευρώ προς το Κίεβο στην επόμενη επταετή περίοδο προϋπολογισμού από το 2028, μέσω δημοσιονομικής στήριξης και εγγυήσεων επενδύσεων. Αυτά τα κονδύλια εκτιμάται ότι μπορούν να «ξεκλειδώσουν» περί τα 207 δισ. ευρώ πρόσθετων επενδύσεων στην Ουκρανία.
Ο ρόλος των ΗΠΑ και της BlackRock
Οι ΗΠΑ προβάλλονται όχι πρωτίστως ως δωρητής, αλλά ως στρατηγικός οικονομικός εταίρος και «άγκυρα αξιοπιστίας» για την ουκρανική ανάκαμψη. Προβλέπεται η δημιουργία ειδικού Ταμείου Επενδύσεων για την Ανοικοδόμηση Ουκρανίας, χωρίς ακόμη να προσδιορίζεται συγκεκριμένο ποσό. Η Ουάσιγκτον δηλώνει πρόθεση να επενδύσει σε κρίσιμα ορυκτά, υποδομές, ενέργεια και τεχνολογία, σηματοδοτώντας στροφή από τη στρατιωτική και ανθρωπιστική βοήθεια σε μεταπολεμικές επενδύσεις.
Καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό έχει η BlackRock, ο μεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίων παγκοσμίως, η οποία συμβουλεύει την ουκρανική κυβέρνηση σε εθελοντική βάση. Ο αντιπρόεδρος της εταιρείας, Φίλιπ Χίλντεμπραντ, προειδοποίησε από το Νταβός ότι χωρίς σταθερή ειρήνη οι θεσμικοί επενδυτές δύσκολα θα δεσμεύσουν κεφάλαια: «Σκεφτείτε ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, με ευθύνη απέναντι στους ασφαλισμένους του. Είναι σχεδόν αδύνατον να επενδύσει σε ζώνη πολέμου» τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων θα είναι σταδιακή και χρονοβόρα.
Ειρήνη, επενδύσεις και γεωπολιτική διαπραγμάτευση
Το «σχέδιο ευημερίας» συνδέεται άρρηκτα με τις εν εξελίξει διπλωματικές προσπάθειες. Τριμερής συνάντηση Ουκρανίας, Ρωσίας και ΗΠΑ έχει προγραμματιστεί στο Άμπου Ντάμπι, με την Ουάσιγκτον να επιδιώκει ρόλο αρχιτέκτονα τόσο της ειρηνευτικής όσο και της οικονομικής αρχιτεκτονικής της επόμενης μέρας. Στις διαβουλεύσεις για την ανοικοδόμηση, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συμμετέχει και ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ, μαζί με στενούς συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου.
Παρά τη φιλόδοξη κλίμακα –800 δισ. δολάρια αντιστοιχούν σε πολλαπλάσιο του σημερινού ουκρανικού ΑΕΠ– το σχέδιο παραμένει εξαιρετικά ευάλωτο όσο συνεχίζονται οι επιθέσεις με πυραύλους και drones. Όπως σημειώνει ο Χίλντεμπραντ, «είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς επενδύσεις σε μεγάλη κλίμακα όσο ο ανατολικός μέτωπος δεν σιγεί».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η διαρροή του σχεδίου δείχνει ότι η μάχη για την Ουκρανία έχει ήδη μεταφερθεί από το πεδίο του πυρός στο πεδίο της οικονομικής γεωπολιτικής. ΕΕ και ΗΠΑ επιχειρούν να κλειδώσουν από τώρα τους όρους της μεταπολεμικής τάξης στην ανατολική Ευρώπη, προσφέροντας στην Ουκρανία μια υπόσχεση «ευημερίας» που όμως εξαρτάται από παράγοντες εκτός ελέγχου τους: τη βούληση της Μόσχας για συμβιβασμό και την ικανότητα της Δύσης να διατηρήσει πολιτική και δημοσιονομική αντοχή σε ένα τόσο δαπανηρό, μακροχρόνιο εγχείρημα.







