Με επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή ο Νίκος Ανδρουλάκης κλιμακώνει την κριτική του στην κυβερνητική πολιτική ενέργειας, συνδέοντάς την με την ακρίβεια και κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια. Θέτει ζήτημα στρατηγικής σε ΔΕΗ, ΑΔΜΗΕ, ΑΠΕ και υδρογονάνθρακες.
Σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση για τον πυρήνα της ενεργειακής στρατηγικής της περνά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, καταθέτοντας εκ νέου επίκαιρη ερώτηση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ συνδέει ευθέως τις κυβερνητικές επιλογές στην ενέργεια με την επίμονη ακρίβεια στο ρεύμα και με αυτό που χαρακτηρίζει ως υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Σκληρή κριτική για ΔΕΗ, τιμολόγια και κοινωνικές επιπτώσεις
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ζητά από τον πρωθυπουργό να παρουσιάσει συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης της «ενεργειακής ακρίβειας», με σαφές χρονοδιάγραμμα και μέτρα στήριξης των καταναλωτών στην επιλογή οικονομικότερων τιμολογίων. Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι, παρά τη μείωση του κόστους στη χονδρεμπορική αγορά, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πληρώνουν από τα ακριβότερα τιμολόγια ρεύματος στην Ευρώπη.
Κεντρικό σημείο της κριτικής του είναι ο ρόλος της ΔΕΗ. Καταλογίζει στην κυβέρνηση ότι, «με δική της πολιτική επιλογή», η επιχείρηση έχει απομακρυνθεί από τον κοινωνικό και αναπτυξιακό της ρόλο και λειτουργεί πρωτίστως ως όχημα μεγιστοποίησης κερδών για τους μετόχους, χωρίς επαρκή κρατική εποπτεία και διαφάνεια. Τα «πράσινα» τιμολόγια χαρακτηρίζονται από τον ίδιο ως ακριβά, αδιαφανή και απρόβλεπτα, με μετακύλιση όλου του ρίσκου στον καταναλωτή.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επικαλείται κοινωνικούς δείκτες που περιγράφει ως «αμείλικτους»: σχεδόν ένα στα πέντε νοικοκυριά δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας του, ποσοστό που –όπως σημειώνει– εκτοξεύεται στο 27% για μονογονεϊκές οικογένειες και ηλικιωμένους. Υποστηρίζει ότι η ενεργειακή ακρίβεια «πνίγει» τον παραγωγικό ιστό, αποδυναμώνοντας μικρομεσαίες επιχειρήσεις, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή.
ΑΠΕ, δίκτυα και συγκέντρωση αγοράς
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Νίκος Ανδρουλάκης στον τρόπο υλοποίησης της ενεργειακής μετάβασης. Κατηγορεί την κυβέρνηση για «άναρχη και στρεβλή» ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, χωρίς επαρκή σχεδιασμό σε δίκτυα και υποδομές αποθήκευσης. Αυτό, κατά τον ίδιο, οδηγεί σε μαζική απόρριψη παραγόμενης πράσινης ενέργειας, η οποία θα μπορούσε να μειώνει ουσιαστικά το κόστος ηλεκτρισμού.
Παράλληλα, καταγγέλλει συστηματικό αποκλεισμό αγροτών, συνεταιρισμών και ενεργειακών κοινοτήτων από τον ηλεκτρικό χώρο, ενώ επισημαίνει την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους καθετοποιημένους ομίλους. Έτσι, η ενεργειακή μετάβαση, αντί να λειτουργεί ως μοχλός μείωσης ανισοτήτων, παρουσιάζεται ως «μηχανισμός αναπαραγωγής ανισοτήτων και εξυπηρέτησης συμφερόντων».
Στο ίδιο πλαίσιο, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι αφήνει πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων να «λιμνάζουν» λόγω ελλιπούς σχεδιασμού και χαμηλής απορρόφησης, χάνοντας ευκαιρίες για μείωση λογαριασμών και αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος.
Ενεργειακή ασφάλεια, διασυνδέσεις και υδρογονάνθρακες
Η κριτική επεκτείνεται και στο σκέλος της ενεργειακής ασφάλειας. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ζητά από τον πρωθυπουργό να εξηγήσει γιατί κρίσιμες διασυνδέσεις, όπως αυτή με την Κύπρο, βρίσκονται –κατά την έκφρασή του– «στον αέρα», αποδίδοντας την κατάσταση στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Θέτει επίσης ευθέως το ερώτημα αν η κυβέρνηση σκοπεύει να αναστείλει την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ ή θα συνεχίσει την εκχώρηση στρατηγικών υποδομών, ακόμη και σε μη ευρωπαϊκά κεφάλαια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εθνική και ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Επιπλέον, ασκεί κριτική στις «παλινωδίες και την αδιαφάνεια» στην πολιτική υδρογονανθράκων, σε συνδυασμό με τη «βίαιη και χωρίς σχέδιο» απολιγνιτοποίηση, που –όπως υποστηρίζει– αύξησε την εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα καύσιμα και περιόρισε την ανθεκτικότητά της σε περιόδους κρίσης. Ενόψει του 2026, το οποίο χαρακτηρίζει έτος-ορόσημο για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, προειδοποιεί ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει ακόμη μία κρίσιμη ευκαιρία, αν συνεχιστεί η σημερινή κατεύθυνση.
Σχόλιο
: Η επίκαιρη ερώτηση Ανδρουλάκη δεν είναι απλώς μία ακόμη αντιπολιτευτική βολή, αλλά απόπειρα να αναδειχθεί η ενέργεια σε κεντρικό πεδίο κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Αγγίζει τρία ευαίσθητα μέτωπα: το κόστος ζωής, τη δομή της αγοράς και την κυριαρχία επί στρατηγικών υποδομών. Αν η κυβέρνηση απαντήσει τεχνοκρατικά, χωρίς πειστικό κοινωνικό αφήγημα για τιμολόγια, ΔΕΗ, ΑΔΜΗΕ και αξιοποίηση πόρων Ταμείου Ανάκαμψης, κινδυνεύει να αφήσει χώρο στο ΠΑΣΟΚ να εμφανιστεί ως ο βασικός εκφραστής μιας πιο «κοινωνικής» ενεργειακής μετάβασης.





