Η ακροδεξιά Reform UK υπόσχεται δημιουργία ειδικής υπηρεσίας μαζικών απελάσεων «παράνομων μεταναστών», κλιμακώνοντας τη ρητορική περί «εισβολής». Το σχέδιο εγείρει σοβαρά νομικά, ανθρωπιστικά και πολιτικά ερωτήματα για το μέλλον της βρετανικής μεταναστευτικής πολιτικής.
Η Reform UK, το κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ, επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο του στη βρετανική πολιτική σκηνή, παρουσιάζοντας ένα εξαιρετικά σκληρό σχέδιο για τη μετανάστευση. Ο υπεύθυνος εσωτερικών υποθέσεων του κόμματος, Ζία Γιούσεφ, ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας νέας δομής με την ονομασία «UK Deportation Command», η οποία θα έχει ως αποστολή τον εντοπισμό, την κράτηση και την απέλαση όλων των «παράνομων μεταναστών» που βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Μαζικές απελάσεις, πτήσεις επιστροφής και κόστος
Σύμφωνα με τον Γιούσεφ, μια κυβέρνηση της Reform UK θα ξεκινούσε «ως φλέγουσα προτεραιότητα» την εφαρμογή της επιχείρησης «Restoring Justice», με στόχο την κράτηση 24.000 μεταναστών σε προκατασκευασμένες δομές φιλοξενίας. Το σχέδιο προβλέπει μέχρι και πέντε πτήσεις επιστροφής την ημέρα, με ναυλωμένα αεροσκάφη και εφεδρικό αεροπλάνο της RAF σε επιφυλακή ώστε, όπως υποστήριξε, «καμία πτήση να μην καθυστερεί».
Ο ίδιος εκτίμησε το ετήσιο κόστος του προγράμματος σε περίπου 2 δισ. λίρες, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι «κλάσμα» των σημερινών δαπανών για τη στέγαση μεταναστών σε ξενοδοχεία και άλλες δομές. Η οικονομική αυτή επιχειρηματολογία στοχεύει στην κεφαλαιοποίηση της κόπωσης της κοινής γνώμης από το υψηλό δημοσιονομικό κόστος της διαχείρισης του προσφυγικού–μεταναστευτικού, όμως δεν συνοδεύεται από λεπτομερή ανάλυση για τις νομικές και διοικητικές προϋποθέσεις ενός τόσο εκτεταμένου μηχανισμού απελάσεων.
Ρητορική «εισβολής» και πολιτισμικές απαγορεύσεις
Ο Γιούσεφ, δίπλα στον Νάιτζελ Φάρατζ στο Ντόβερ, χρησιμοποίησε ιδιαίτερα φορτισμένη ρητορική, κάνοντας λόγο για «εισβολή» μεταναστών. Παρέπεμψε μάλιστα στους περίπου 200.000 ανθρώπους που έχουν φτάσει με μικρές βάρκες τα τελευταία οκτώ χρόνια, αριθμό τον οποίο συνέκρινε με τις δυνάμεις που αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία την Ημέρα D-Day, μια σύγκριση που αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ως προς τη σοβαρότητα και τον σεβασμό στην ιστορική μνήμη.
Πέρα από τις απελάσεις, ο Γιούσεφ ζήτησε νέα νομοθεσία για να αποτραπεί η μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά ή χώρους λατρείας άλλων θρησκειών, επικαλούμενος την ανάγκη «προστασίας της βρετανικής κουλτούρας». Δήλωσε επίσης ότι στηρίζει γενικευμένη απαγόρευση «όλων των καλύψεων προσώπου σε δημόσιους χώρους», στην οποία περιλαμβάνεται και η μπούρκα, συνδέοντάς την με την «ενσωμάτωση» και την «αίσθηση ασφάλειας».
Πίεση σε τρίτες χώρες και αντιδράσεις αντιπολίτευσης
Σε διεθνές επίπεδο, η Reform UK προτείνει άσκηση πίεσης σε χώρες με υψηλά ποσοστά υπερεπισκέψεων, όπως το Πακιστάν, μέσω περιορισμού των θεωρήσεων εισόδου εάν δεν δέχονται την επιστροφή πολιτών τους που θεωρούνται παράνομοι μετανάστες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση «εργαλειοποίησης» της βίζας ως μέσου εξωτερικής μεταναστευτικής πολιτικής, με δυνητικές επιπτώσεις στις διμερείς σχέσεις.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση των Εργατικών προωθεί δική της αυστηροποίηση, ιδίως ως προς τις αιτήσεις ασύλου από άτομα που εισήλθαν με φοιτητική βίζα, ενώ τονίζει ότι ήδη μειώνει το στοκ εκκρεμών υποθέσεων και το κόστος των ξενοδοχείων. Συντηρητικοί βουλευτές, από την πλευρά τους, δηλώνουν ότι συμμερίζονται την ανάγκη πιο σκληρής στάσης και επαναφέρουν τη συζήτηση για αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάτι που θα άλλαζε ριζικά το νομικό πλαίσιο προστασίας προσφύγων και μεταναστών.
Η πρωτοβουλία της Reform UK εντείνει τον ανταγωνισμό των κομμάτων γύρω από την «πιο σκληρή» γραμμή στο μεταναστευτικό, μετατρέποντας το ζήτημα σε κεντρικό πεδίο πολιτικής πόλωσης και θέτοντας υπό δοκιμασία τις ισορροπίες ανάμεσα στην ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Σχόλιο
: Η Reform UK επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την ανησυχία για τη μετανάστευση με ένα πολιτικά ηχηρό αλλά νομικά και πρακτικά αμφίβολο σχέδιο μαζικών απελάσεων και πολιτισμικών απαγορεύσεων. Η μετατόπιση του βρετανικού διαλόγου προς μια κούρσα «ποιος θα είναι πιο σκληρός» εγκυμονεί κινδύνους για τη θεσμική προστασία δικαιωμάτων και προμηνύει περαιτέρω άνοδο της ταυτότητας-πολιτικής σε βάρος τεκμηριωμένων, βιώσιμων λύσεων διαχείρισης της μετανάστευσης.






