Τα ελληνικά προϊόντα εξωτερικό συχνά πωλούνται φθηνότερα απ’ ό,τι στα ράφια της εγχώριας αγοράς, παρά το χαμηλότερο εισόδημα σε πολλές από τις χώρες-προορισμούς. Η διαφοροποίηση των τιμών δεν είναι σύμπτωση, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών, δομικών αδυναμιών και μιας «σιωπηλής» εσωτερικής επιδότησης των εξαγωγών από τον Έλληνα καταναλωτή.
Τα ελληνικά προϊόντα εξωτερικό πωλούνται σε αρκετές περιπτώσεις φθηνότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα, αποκαλύπτοντας μια δομική στρέβλωση στον τρόπο που κατανέμεται το κόστος και το κέρδος στην αλυσίδα αξίας. Από τη μπύρα έως τα γαλακτοκομικά φυτικής προέλευσης και τον χυμό ντομάτας, οι τιμές σε Ρουμανία, Αυστρία ή Κύπρο είναι συχνά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες ελληνικές, ακόμη και όταν αφαιρεθεί ο ΦΠΑ.
Γιατί τα ελληνικά προϊόντα εξωτερικό είναι φθηνότερα από την εγχώρια αγορά;
Ο βασικός λόγος είναι ότι οι ελληνικές βιομηχανίες αποδέχονται χαμηλότερες τιμές στις ξένες αγορές, ώστε να είναι πιο ανταγωνιστικές και να «χωρέσουν» στα ράφια των μεγάλων αλυσίδων. Στην πράξη, ο Έλληνας καταναλωτής «χρηματοδοτεί» τις εξαγωγές μέσω υψηλότερων εγχώριων τιμών, στηρίζοντας έμμεσα το εξαγωγικό άλμα της τελευταίας δεκαετίας.
Ιδιαίτερα στις φτωχότερες βαλκανικές αγορές, τα προϊόντα πρέπει να τιμολογούνται χαμηλά για να έχουν ζήτηση, ενώ στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές ο τόνος δίνεται από τις εκπτωτικές αλυσίδες που επιβάλλουν σκληρούς όρους. Οι διαπραγματεύσεις μοιάζουν με «μειοδοτικούς διαγωνισμούς», όπου η τελική τιμή αποτελεί κριτήριο-κλειδί για την είσοδο ή την παραμονή ενός προϊόντος στο ράφι.
Η κρυφή επιδότηση των εξαγωγών και ο ρόλος της βιομηχανίας
Για χρόνια, μεγάλο μέρος των εξαγωγών γινόταν σε χύμα προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο που έφευγε προς Ιταλία σε χαμηλές τιμές, για να τυποποιηθεί εκεί και να καρπωθούν άλλοι την προστιθέμενη αξία. Την ίδια στιγμή, ο Έλληνας πλήρωνε πολλαπλάσια για το ίδιο προϊόν, είτε χύμα είτε τυποποιημένο, επιβαρυνόμενος το κόστος μιας ατελούς παραγωγικής στρατηγικής.
Ανάλογες ισορροπίες παρατηρούνται και στην ιχθυοκαλλιέργεια, όπου τσιπούρα και λαβράκι πωλούνται σε Ιταλία και Ελλάδα περίπου στην ίδια τιμή, γύρω στα 11 €/κιλό. Η ανάγκη διατήρησης μεριδίων αγοράς, ο ανταγωνισμός με την Τουρκία και οι στρατηγικές επιλογές μεγάλων παικτών, όπως η Avramar, πιέζουν τις τιμές στο εξωτερικό, χωρίς να μεταφέρονται αντίστοιχες ελαφρύνσεις στην εγχώρια αγορά.
Τι δείχνουν οι δείκτες παραγωγού και η εικόνα των εξαγωγών
Τα στοιχεία του δείκτη τιμών παραγωγού στη βιομηχανία επιβεβαιώνουν ότι η εγχώρια αγορά επιβαρύνεται περισσότερο από την εξωτερική. Την περίοδο 2021-2025 ο γενικός δείκτης αυξήθηκε κατά 22,73%, όμως ο δείκτης εγχώριας αγοράς ανέβηκε 24,61% έναντι 18,31% για την εξωτερική, ενώ μετά το ενεργειακό σοκ του 2022 οι τιμές προς το εξωτερικό υποχώρησαν σωρευτικά κατά 16,5%, χωρίς αντίστοιχη διόρθωση στο εσωτερικό.
Ακόμη και στα χρόνια της κρίσης, ο δείκτης εγχώριας αγοράς δεν υποχώρησε όσο θα δικαιολογούσε η κατάρρευση των εισοδημάτων, με αυξήσεις έως 7,4% μέχρι το 2012 και περιορισμένες μειώσεις στη συνέχεια. Παράλληλα, οι εξαγωγές από 18,01 δισ. € το 2009 εκτοξεύθηκαν στα 55,76 δισ. € το 2022 πριν υποχωρήσουν στα 48,66 δισ. € το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι αποτέλεσαν «σανίδα σωτηρίας» για τη βιομηχανία – αλλά με κόστος για την εσωτερική αγορά.
Ενέργεια, γεωπολιτική και ο κίνδυνος μονιμοποίησης της ακρίβειας
Το 2026, η νέα ένταση στη Μέση Ανατολή και ειδικά στο Ιράν οδήγησε σε άνοδο του δείκτη τιμών παραγωγού κατά περίπου 12,4% από τον Μάρτιο, με την ενέργεια να είναι ο βασικός μοχλός πίεσης. Στα πετρελαιοειδή, ο δείκτης εγχώριας αγοράς ανέβηκε στις 181,62 μονάδες, ξεπερνώντας ελαφρά τον δείκτη εξωτερικής αγοράς στις 178,15, δείχνοντας ότι η εγχώρια αγορά απορροφά και πάλι υψηλότερο κόστος.
Χωρίς τον ενεργειακό κλάδο, ο γενικός δείκτης αυξήθηκε μόλις 2,22% μέχρι τον Μάιο, ενώ στα τρόφιμα η νέα κρίση δεν είχε έντονη επίδραση στις τιμές παραγωγού, είτε για την Ελλάδα είτε για το εξωτερικό. Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση σε κλάδους όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές, σε συνδυασμό με τη σχετική κόπωση βασικών εμπορικών εταίρων όπως η Γερμανία, ενισχύει την τάση οι επιχειρήσεις να «κρατούν ψηλά» τις τιμές στην εσωτερική αγορά.
SBC Red Line
Η μεγάλη σιωπηρή αλήθεια είναι ότι ο Έλληνας καταναλωτής λειτουργεί ως «μαξιλάρι κερδοφορίας» για τη βιομηχανία, πληρώνοντας ακριβότερα τα ίδια προϊόντα που στο εξωτερικό διατίθενται με σφιχτά περιθώρια. Η εξωστρέφεια της οικονομίας έχει χτιστεί εν μέρει πάνω σε μια εσωτερική αγορά που ανέχεται επί χρόνια υψηλότερες τιμές από τα εισοδήματά της.
Για τις επιχειρήσεις λιανεμπορίου και εστίασης, αυτό μεταφράζεται σε σταθερή πίεση στα περιθώρια, αφού καλούνται να απορροφήσουν μέρος της ακρίβειας ή να τη μετακυλίσουν σε ήδη πιεσμένους πελάτες. Για τα νοικοκυριά, η εικόνα ότι «τα ελληνικά είναι πιο ακριβά στην Ελλάδα» υπονομεύει την εμπιστοσύνη και ενισχύει τη στροφή σε φθηνότερες εναλλακτικές, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών ετικετών.
Το επόμενο κρίσιμο στοίχημα είναι αν η βιομηχανία θα επενδύσει σε πραγματική προστιθέμενη αξία, branding και καινοτομία, ώστε να στηρίζει υψηλότερες τιμές παντού, αντί να βασίζεται στην εσωτερική αγορά ως μόνιμο «χορηγό» των εξαγωγών. Αν αυτό δεν αλλάξει, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει παραγωγός πρώτης ύλης και ακριβός καταναλωτής τελικών προϊόντων, σε μια αγορά που ήδη δοκιμάζει τα όριά της.
#ελληνικάπροϊόντα #εξαγωγές #τιμέςτροφίμων #βιομηχανία #πληθωρισμός #καταναλωτής #δείκτηςτιμώνπαραγωγού #ελαιόλαδο #ιχθυοκαλλιέργεια #ενέργεια #σούπερμάρκετ #αγοραστικήδύναμη #ελληνικήοικονομία #βιομηχανίατροφίμων #κόστοςπαραγωγής






