Η μετα-Μόναχο συζήτηση στο Βερολίνο φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα πόση στρατηγική και πυρηνική αυτονομία χρειάζεται η Ευρώπη, καθώς η εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ εμφανίζει ρωγμές. Παράλληλα, στις Βρυξέλλες ανοίγει μέτωπο για την οικονομική κυριαρχία μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.
Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου δεν τελείωσε με τις τελευταίες ομιλίες. Στο Βερολίνο, η συζήτηση συνεχίζεται με ακόμη πιο αιχμηρό ερώτημα: πόσο κυρίαρχη και αυτόνομη πρέπει να γίνει η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας θεωρείται ολοένα λιγότερο δεδομένη; Το ερώτημα συμπυκνώνεται στη φράση που κυκλοφορεί πλέον ανοιχτά στους πολιτικούς διαδρόμους: «Έρχεται η ευρωπαϊκή ατομική βόμβα;».
Ρωγμές εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ και η πυρηνική συζήτηση
Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εμφανίζεται, σύμφωνα με την ανάλυση του Γκόρντον Ρεπίνσκι, μετριοπαθής και συμφιλιωτικός στη ρητορική του προς τους Ευρωπαίους. Ωστόσο, πίσω από τις καθησυχαστικές δηλώσεις παραμένουν βαθιές στρατηγικές αμφιβολίες: τι θα συμβεί αν η Ουάσινγκτον αλλάξει προτεραιότητες ή πολιτική γραμμή και μειώσει τη δέσμευσή της στο ΝΑΤΟ;
Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της γερμανικής Ένωσης (CDU/CSU) Γιενς Σπαν, σε σύντομη παρέμβασή του, επιχειρεί να οριοθετήσει τις συνέπειες της συζήτησης του Μονάχου. Τάσσεται υπέρ μιας ισχυρότερης «ευρωπαϊκής στήλης» εντός της διατλαντικής συμμαχίας: δηλαδή, μιας Ευρώπης που δεν αμφισβητεί το ΝΑΤΟ, αλλά αναλαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης σε συμβατικές και στρατηγικές δυνατότητες.
Κρίσιμο στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι η «πυρηνική συμμετοχή». Ο Σπαν ζητά να μιλήσει η Ευρώπη πιο ανοιχτά για το ρόλο της στην πυρηνική αποτροπή, ένα θέμα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ταμπού σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δεν πρόκειται για άμεση δρομολόγηση «ευρωπαϊκής βόμβας», αλλά για αναζήτηση θεσμικής και πολιτικής συμμετοχής στη στρατηγική πυρηνική αρχιτεκτονική της Δύσης, σε μια περίοδο που η ρωσική απειλή και η αβεβαιότητα για τις ΗΠΑ συμπιέζουν τα περιθώρια αδράνειας.
Οικονομική κυριαρχία και Ένωση Κεφαλαιαγορών
Την ίδια στιγμή, στις Βρυξέλλες διεξάγεται παράλληλη μάχη για την οικονομική κυριαρχία της Ευρώπης. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ προωθεί με ιδιαίτερη ένταση την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Στόχος είναι να αποκτήσουν τα ευρωπαϊκά start-ups και οι καινοτόμες επιχειρήσεις ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια εντός της ηπείρου, μειώνοντας την εξάρτηση από αμερικανικές αγορές και επενδυτές.
Όπως μεταδίδει ο Ράσμους Μπούχσταϊνερ, ο Κλίνγκμπαϊλ αξιοποιεί τα διεθνή φόρα όχι μόνο για να προωθήσει τεχνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και για να χτίσει ξεκάθαρο οικονομικοπολιτικό προφίλ: μια Γερμανία που πιέζει για βαθύτερη ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών αγορών, συνδέοντας την οικονομική ανθεκτικότητα με τη γεωπολιτική αυτονομία. Η Ένωση Κεφαλαιαγορών παρουσιάζεται έτσι ως οικονομικός «δίδυμος» της στρατηγικής συζήτησης για την άμυνα και, δυνητικά, για την πυρηνική αποτροπή.
Η συνολική εικόνα που αναδεικνύεται από το Βερολίνο είναι μια Ευρώπη σε μεταίχμιο: μεταξύ παραδοσιακής εξάρτησης από την αμερικανική ομπρέλα και της ανάγκης να αναπτύξει δικά της εργαλεία ισχύος – στρατιωτικά, πυρηνικά και οικονομικά.
Σχόλιο
: Η γερμανική συζήτηση για «ευρωπαϊκή ατομική βόμβα» λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικός μοχλός πίεσης για ενίσχυση της ευρωπαϊκής πυρηνικής φωνής παρά ως άμεσο εξοπλιστικό σχέδιο, αλλά δείχνει πόσο βαθιά έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη στη διατλαντική σταθερά και πόσο στενά δένουν πλέον άμυνα και κεφαλαιαγορές στη μάχη για πραγματική ευρωπαϊκή κυριαρχία.
#ΕΕ #Γερμανία #πυρηνικά #στρατηγική_αυτονομία #κεφαλαιαγορές






