Η ελληνική γεωργία γερνάει ταχύτερα από όσο μετασχηματίζεται τεχνολογικά, δημιουργώντας έναν εκρηκτικό συνδυασμό δημογραφικού και παραγωγικού κενού έως το 2035. Με τη «Gen Z» να κρατά αποστάσεις από το χωράφι, το ερώτημα δεν είναι πια ποιος θα μαζέψει τη σοδειά, αλλά ποιος θα μείνει για να καλλιεργεί.
Πίσω από τα μπλόκα των αγροτών και τις διαπραγματεύσεις για πετρέλαιο, ρήτρες αναπροσαρμογής και επιδοτήσεις, κρύβεται ένα πολύ βαθύτερο και πιο ανησυχητικό πρόβλημα: η σταδιακή εξαφάνιση του ίδιου του ανθρώπινου δυναμικού που κρατά ζωντανό τον πρωτογενή τομέα. Η φράση «δεν θα μείνει κανείς πίσω να καλλιεργήσει» που ακούστηκε στα φετινά μπλόκα αποτυπώνει μια πραγματικότητα την οποία επιβεβαιώνουν πλέον τα επίσημα στοιχεία.
Γηρασμένοι αγρότες, ανύπαρκτη διαδοχή
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο μέσος όρος ηλικίας των αγροτών έχει ξεπεράσει τα 55 έτη, ενώ λίγο πάνω από το 10% των αρχηγών γεωργικών εκμεταλλεύσεων είναι κάτω των 40. Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο δραματική: για κάθε έναν αγρότη κάτω των 35 ετών αντιστοιχούν σχεδόν έξι άνω των 65. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, μέχρι το 2035 το ζητούμενο δεν θα είναι η εξεύρεση εργατών γης από τρίτες χώρες, αλλά η ύπαρξη ίδιων καλλιεργητών γης.
Η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο τον διπλασιασμό του ποσοστού των νέων αγροτών έως το 2040. Ωστόσο, τα κλασικά επιδοματικά εργαλεία, όπως το Πριμ Πρώτης Εγκατάστασης, λειτουργούν περισσότερο ως «ασπιρίνες» παρά ως δομική λύση. Το πραγματικό αγκάθι είναι η διαδοχή: οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παραγωγοί διστάζουν να παραδώσουν γη και δικαιώματα, καθώς η χαμηλή σύνταξή τους καθιστά τις επιδοτήσεις κρίσιμο συμπλήρωμα εισοδήματος.
Γιατί η «Gen Z» γυρίζει την πλάτη στο χωράφι
Η εύκολη ερμηνεία περί «τεμπελιάς» ή προτίμησης στην αστική ζωή αδικεί τη νέα γενιά. Οι λόγοι είναι κυρίως οικονομικοί και δομικοί. Πρώτον, το κόστος πρόσβασης στη γη έχει γίνει απαγορευτικό: κερδοσκοπία, αλλαγές χρήσεων και εγκατάσταση ΑΠΕ έχουν εκτοξεύσει τιμές πώλησης και ενοικίων, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την είσοδο στον κλάδο χωρίς οικογενειακή περιουσία.
Δεύτερον, το πιστωτικό σύστημα παραμένει κλειστό για έναν 25χρονο χωρίς ιστορικό και εμπράγματες εξασφαλίσεις, σε έναν κλάδο υψηλού ρίσκου όπως η γεωργία. Η έλλειψη ρευστότητας είναι ο βασικός «κόφτης», ακόμη κι αν αναμένονται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για αγρότες και κτηνοτρόφους. Τρίτον, το ψηφιακό χάσμα: η «Gen Z» αναζητά ένα περιβάλλον τεχνολογίας, δεδομένων και επιχειρηματικότητας. Το παραδοσιακό μοντέλο «τσάπα και ιδρώτας» δεν την ελκύει· αν η γεωργία δεν εξελιχθεί σε πραγματικό tech business, δύσκολα θα προσελκύσει τα ταλέντα που χρειάζεται.
Ακόμη και τα σχέδια βελτίωσης, που αναμένονται εκ νέου εντός του 2026 και μπορούν να χρηματοδοτήσουν σημαντικό μέρος επενδύσεων σε μηχανήματα και τεχνολογία, προσκρούουν σε ένα πρακτικό εμπόδιο: την ιδία συμμετοχή, την οποία λίγοι νέοι μπορούν να καλύψουν.
Αναγκαία στροφή πολιτικής: από τις επιδοτήσεις στη διαδοχή
Μια πιθανή απάντηση θα ήταν στοχευμένα προγράμματα Πρόωρης Εξόδου, που θα επιτρέπουν στους μεγαλύτερους αγρότες να αποχωρούν αξιοπρεπώς, μεταβιβάζοντας γη και δικαιώματα σε νέους, πραγματικούς παραγωγούς. Αν και αντίστοιχα σχήματα έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν και συζητούνται διαρκώς, τα τελευταία χρόνια απουσιάζει μια συνεκτική πρωτοβουλία.
Το 2035 δεν είναι μακριά. Αν η Ελλάδα δεν αντιμετωπίσει άμεσα το ζήτημα της δημογραφικής ανανέωσης στον πρωτογενή τομέα, η συζήτηση περί «επισιτιστικής ασφάλειας» θα αποδειχθεί κενό γράμμα: μπορεί να διαθέτουμε τα πιο σύγχρονα τρακτέρ και τα πιο έξυπνα λογισμικά, αλλά χωρίς ανθρώπους στα χωράφια, η παραγωγή θα καταρρεύσει. Η ανανέωση των γενεών δεν είναι απλώς κοινωνική πολιτική· είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης για την αγροτική οικονομία.
Σχόλιο
: Η δημόσια συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα παραμένει εγκλωβισμένη σε βραχυπρόθεσμα αιτήματα κόστους, την ώρα που το πραγματικό ρίσκο είναι η εξαφάνιση του ίδιου του παραγωγού. Χωρίς επιθετική πολιτική διαδοχής, στοχευμένη χρηματοδότηση νέων και αναβάθμιση της γεωργίας σε κλάδο υψηλής τεχνολογίας, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει οριστικά το παραγωγικό της υπόστρωμα στην ύπαιθρο.






