Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η εκτεταμένη απλοποίηση των ευρωπαϊκών κανόνων ESG απειλεί τη διαφάνεια, τη συγκρισιμότητα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ζητά αυστηρά χρονικά όρια στις ελαφρύνσεις και διατήρηση κρίσιμων κλιματικών δεδομένων.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρεμβαίνει με αιχμηρό τρόπο στη συζήτηση για το πακέτο απλοποίησης Omnibus της Κομισιόν, προειδοποιώντας ότι η υπερβολική χαλάρωση των κανόνων ESG μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο μείωσης γραφειοκρατίας σε πηγή νέων χρηματοπιστωτικών κινδύνων. Η δραστική συρρίκνωση του εύρους εφαρμογής της Οδηγίας CSRD και η αποδυνάμωση των προτύπων ESRS, σύμφωνα με την ΕΚΤ, απειλούν να δημιουργήσουν «τυφλά σημεία» σε δεδομένα κρίσιμα για επενδυτές, τράπεζες και εποπτικές αρχές.
Μαζική έξοδος εταιρειών από το ραντάρ της CSRD
Στην αξιολόγησή της για τα αναθεωρημένα ευρωπαϊκά πρότυπα βιωσιμότητας, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι περίπου το 90% των εταιρειών βγαίνουν πλέον εκτός πεδίου εφαρμογής της CSRD. Παράλληλα, τα υποχρεωτικά σημεία δεδομένων μειώνονται κατά 61%, οι εθελοντικές γνωστοποιήσεις καταργούνται και ανοίγει ο δρόμος για εκτεταμένη χρήση εκτιμήσεων αντί πραγματικών στοιχείων, με χαμηλότερη πίεση συλλογής δεδομένων από την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η Τράπεζα αναγνωρίζει την ανάγκη περιορισμού του διοικητικού βάρους, ωστόσο επισημαίνει ότι ο συνδυασμός εξαιρέσεων, μεταβατικών περιόδων και μόνιμων ελαφρύνσεων υπονομεύει τη διαφάνεια και τη συγκρισιμότητα. Για τις αγορές, τα ESG δεδομένα δεν είναι πλέον συμπληρωματικό παράρτημα, αλλά βασική πρώτη ύλη για αποτίμηση κινδύνου, τιμολόγηση περιουσιακών στοιχείων και διασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Κλιματικός κίνδυνος, βιοποικιλότητα και μόνιμα «τυφλά σημεία»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μείωση των απαιτήσεων αναφοράς σε κλιματική αλλαγή και βιοποικιλότητα, τομείς που θεωρούνται κατεξοχήν κρίσιμοι για τον εντοπισμό φυσικών και μεταβατικών κινδύνων. Η ΕΚΤ φοβάται ότι οι μεταβατικές ελαφρύνσεις, αν δεν έχουν αυστηρό χρονικό ορίζοντα, θα παγιώσουν μόνιμα κενά πληροφόρησης.
Γι’ αυτό προτείνει σαφή χρονικά όρια στις ελαφρύνσεις και μείωση της εξαετούς μεταβατικής περιόδου για ποσοτικές εκτιμήσεις οικονομικών επιπτώσεων από κλιματικούς κινδύνους. Χωρίς επαρκή, αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα, η ποιότητα της διαχείρισης κινδύνου και της εποπτείας υποβαθμίζεται, με πιθανές συστημικές συνέπειες.
Απόκλιση από διεθνή πρότυπα και πίεση στις τράπεζες
Ένα ακόμη σημείο ανησυχίας είναι η απόκλιση των νέων ευρωπαϊκών προτύπων από τα διεθνή πλαίσια βιωσιμότητας. Ορισμένες ελαφρύνσεις υπερβαίνουν τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα, απειλώντας να μειώσουν τη συγκρισιμότητα των ευρωπαϊκών εταιρικών δεδομένων και να πλήξουν την εμπιστοσύνη διεθνών επενδυτών.
Για τον τραπεζικό τομέα, ο περιορισμός των απαιτήσεων σχετικά με την εφοδιαστική αλυσίδα σημαίνει φτωχότερη εικόνα του συνολικού αποτυπώματος κινδύνου των πελατών. Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η υποβάθμιση της ποιότητας των ESG δεδομένων θα δυσκολέψει την ορθή τιμολόγηση κλιματικού κινδύνου και, τελικά, θα μπορούσε να επηρεάσει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Μετάβαση σε υβριδικό μοντέλο και το νέο στοίχημα
Η συρρίκνωση του αριθμού των εταιρειών που καλύπτονται από την CSRD ενισχύει de facto τον ρόλο της εθελοντικής αναφοράς. Τα πρότυπα για ΜμΕ, που αρχικά σχεδιάστηκαν για μη εισηγμένες εταιρείες κάτω των 250 εργαζομένων, ενδέχεται να υιοθετηθούν από δεκάδες χιλιάδες μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με πιο σύνθετο προφίλ κινδύνου.
Έτσι, η Ευρώπη φαίνεται να μετακινείται από ένα αυστηρά υποχρεωτικό πλαίσιο σε ένα υβριδικό μοντέλο, όπου η ευθύνη για την ποιότητα των ESG δεδομένων μεταφέρεται περισσότερο στις ίδιες τις εταιρείες. Το κεντρικό δίλημμα, όπως το αναδεικνύει η ΕΚΤ, είναι σαφές: πώς θα μειωθεί το κανονιστικό και διοικητικό βάρος χωρίς να θυσιαστεί η αξιοπιστία και η χρησιμότητα των δεδομένων βιωσιμότητας για αγορές και επενδυτές.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση της ΕΚΤ λειτουργεί ως σαφές μήνυμα προς Βρυξέλλες και αγορές ότι η «απλοποίηση» δεν μπορεί να γίνει συνώνυμο της αδιαφάνειας. Αν η Ευρώπη υποχωρήσει υπερβολικά στα πρότυπα ESG, κινδυνεύει όχι μόνο να χάσει επενδυτική εμπιστοσύνη και πρόσβαση σε βιώσιμα κεφάλαια, αλλά και να αποδυναμώσει την ίδια της τη στρατηγική για την πράσινη μετάβαση, σε μια συγκυρία όπου ο κλιματικός κίνδυνος ενσωματώνεται όλο και πιο βαθιά στην τιμολόγηση ρίσκου.






