Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και επικεφαλής της βιομηχανίας ημιαγωγών υπενθυμίζουν ότι η εξάρτηση στην τεχνολογία δεν είναι μονόδρομη: και οι ΗΠΑ χρειάζονται κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές. Η συζήτηση αναζωπυρώνεται με αφορμή τα εγκαίνια ερευνητικού κέντρου ημιαγωγών 2,5 δισ. ευρώ στη Λέουβεν και την προετοιμασία δεύτερου European Chips Act.
Η συζήτηση για την υποτιθέμενη «τεχνολογική εξάρτηση» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ δέχεται ολοένα και πιο έντονα αντίλογο από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της βιομηχανίας των chips. Στα εγκαίνια ενός νέου ερευνητικού κέντρου ημιαγωγών στη Λέουβεν, κοντά στις Βρυξέλλες, στελέχη της Κομισιόν και επικεφαλής κορυφαίων ευρωπαϊκών εταιρειών υπενθύμισαν ότι η παγκόσμια αλυσίδα αξίας εξαρτάται σε κρίσιμους κόμβους από την Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή τεχνολογική ισχύς: ASML και Imec στο επίκεντρο
Η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Henna Virkkunen, δήλωσε ότι η Ευρώπη διαθέτει «κάποιες από τις βασικές τεχνολογίες, όπως η ASML, από τις οποίες όλοι εξαρτώνται παγκοσμίως». Η ολλανδική ASML είναι ο μοναδικός προμηθευτής στον κόσμο των μηχανών λιθογραφίας ακραίας υπεριώδους ακτινοβολίας (EUV) που απαιτούνται για την παραγωγή των πιο προηγμένων μικροτσίπ.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ASML, Christophe Fouquet, χαρακτήρισε τις μηχανές της εταιρείας ως το σύστημα που «όλος ο κόσμος θα ήθελε να αποκτήσει», υπογραμμίζοντας έτσι ότι η εξάρτηση από την τεχνολογία δεν είναι αποκλειστικό ευρωπαϊκό πρόβλημα αλλά συμμετρικό ζήτημα ισχύος. Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον, η οποία τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί περιορισμούς εξαγωγών και κυρώσεις ως εργαλεία γεωοικονομικής πολιτικής.
Ο επικεφαλής του βελγικού ερευνητικού κέντρου ημιαγωγών Imec, Luc van den Hove, τόνισε ότι η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει «αντίστροφες εξαρτήσεις» από την ευρωπαϊκή τεχνολογία, με την ASML να αποτελεί ήδη χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η λογική αυτή στοχεύει στο να διαθέτει η Ευρώπη διαπραγματευτική ισχύ, σε περίπτωση που άλλες δυνάμεις επιχειρήσουν να «οπλοποιήσουν» τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Το νέο hub, ο European Chips Act και η γεωοικονομική σκακιέρα
Το ερευνητικό κέντρο που εγκαινιάστηκε στη Λέουβεν αποτελεί απτό αποτέλεσμα του European Chips Act του 2022, της μεγάλης πρωτοβουλίας της ΕΕ για ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών. Η συνολική επένδυση ανέρχεται σε 2,5 δισ. ευρώ: η Κομισιόν συμβάλλει με 700 εκατ. ευρώ, η κυβέρνηση της Φλάνδρας με 750 εκατ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από βιομηχανικούς εταίρους, ανάμεσά τους και η ASML.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει ήδη έναν δεύτερο Chips Act, με ορίζοντα το τέλος Μαρτίου, επιδιώκοντας να εμβαθύνει την τεχνολογική της αυτάρκεια και να στηρίξει περαιτέρω την έρευνα και την καινοτομία. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο βιομηχανική πολιτική, αλλά και στρατηγική ασφάλεια: τα chips βρίσκονται στην καρδιά της άμυνας, της τεχνητής νοημοσύνης, της αυτοκινητοβιομηχανίας και των τηλεπικοινωνιών.
Οι δηλώσεις στη Λέουβεν επιχειρούν να ανατρέψουν τη μονοδιάστατη αφήγηση περί «αδύναμης» Ευρώπης που εξαρτάται από τις ΗΠΑ. Αντιθέτως, αναδεικνύουν ένα πιο σύνθετο πλέγμα αλληλεξαρτήσεων, όπου η ΕΕ, μέσω παικτών όπως η ASML και το Imec, κατέχει κρίσιμα τεχνολογικά σημεία ελέγχου.
Σχόλιο
: Η Ευρώπη προσπαθεί να μετατρέψει την τεχνολογική της εξειδίκευση σε γεωπολιτικό κεφάλαιο, όχι μετωπικά απέναντι στις ΗΠΑ, αλλά υπενθυμίζοντας ότι η παγκόσμια οικονομία των ημιαγωγών είναι ένα δίκτυο αλληλεξαρτήσεων όπου κανείς δεν είναι πραγματικά αυτάρκης. Το στοίχημα για τις Βρυξέλλες είναι αν ο δεύτερος Chips Act θα καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει αυτή την ισχύ χωρίς να προκαλέσει νέα κούρσα προστατευτισμού.






