Οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας στις ΗΠΑ αυξήθηκαν ελαφρά την περασμένη εβδομάδα, παραμένοντας όμως κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Τα στοιχεία δείχνουν αγορά εργασίας που σταθεροποιείται, αλλά και αυξανόμενη ανησυχία των νοικοκυριών για τις προοπτικές απασχόλησης.
Μικρή άνοδο κατέγραψαν οι εβδομαδιαίες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, στέλνοντας ωστόσο μεικτά σήματα για την κατάσταση της αγοράς εργασίας. Παρά την αύξηση, τα επίπεδα των αιτήσεων παραμένουν σχετικά χαμηλά σε ιστορικό ορίζοντα, κάτι που υποδηλώνει ότι η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση προσαρμογής και όχι απότομης επιδείνωσης.
Τα στοιχεία για τις αιτήσεις και την ανεργία
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας, οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας αυξήθηκαν κατά 4.000 και ανήλθαν στις 212.000 για την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 21 Φεβρουαρίου. Οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων σε έρευνα του Reuters τοποθετούσαν τον αριθμό ελαφρώς υψηλότερα, στις 215.000, γεγονός που δείχνει ότι η πραγματική εξέλιξη ήταν οριακά καλύτερη των προσδοκιών.
Ο αριθμός των ατόμων που συνεχίζουν να λαμβάνουν επίδομα μετά την πρώτη εβδομάδα –δείκτης που αντανακλά την ταχύτητα με την οποία οι άνεργοι επανεντάσσονται στην απασχόληση– μειώθηκε κατά 31.000 και διαμορφώθηκε σε 1,833 εκατ. την εβδομάδα που έληξε στις 14 Φεβρουαρίου. Οι λεγόμενες «συνεχιζόμενες αιτήσεις» συμπίπτουν χρονικά με την περίοδο αναφοράς της επίσημης έρευνας νοικοκυριών για το ποσοστό ανεργίας του Φεβρουαρίου.
Το συνολικό ποσοστό ανεργίας είχε υποχωρήσει ήδη στο 4,3% τον Ιανουάριο, από 4,4% τον Δεκέμβριο, υποδηλώνοντας ότι –παρά την επιβράδυνση του 2025– η αγορά εργασίας έχει αρχίσει να ανακτά ρυθμό. Ωστόσο, οι ποσοτικές μετρήσεις δεν αρκούν για να αποτυπώσουν το κλίμα ανασφάλειας των πολιτών.
Το αίσθημα των καταναλωτών και η σκιά των δασμών Τραμπ
Έρευνα του Conference Board έδειξε ότι το ποσοστό των καταναλωτών που θεωρούν «δύσκολη» την εύρεση εργασίας εκτινάχθηκε σε υψηλό πενταετίας τον Φεβρουάριο, παρά τη βελτίωση στους περισσότερους σκληρούς δείκτες. Τα νοικοκυριά, παρότι αναγνωρίζουν ότι οι διαθέσιμες θέσεις έχουν αυξηθεί, εμφανίζονται επιφυλακτικά για τη δική τους ικανότητα να εξασφαλίσουν και να διατηρήσουν μια σταθερή θέση.
Πρόσθετο στοιχείο αβεβαιότητας αποτελεί η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ. Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που απέρριψε τη δυνατότητα χρήσης καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης» για την επιβολή δασμών, ο Λευκός Οίκος προχώρησε στην επιβολή παγκόσμιου δασμού 10% για 150 ημέρες, βάσει άλλης νομικής βάσης. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι άμεσες μακροοικονομικές επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες, όμως βραχυπρόθεσμα αυξάνεται η αίσθηση ανασφάλειας σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους, ιδιαίτερα σε κλάδους που εξαρτώνται από τις εισαγωγές.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα στοιχεία για τις αιτήσεις επιδόματος ανεργίας επηρεάστηκαν από την αργία της Ημέρας των Προέδρων, κάτι που μπορεί να έχει αλλοιώσει ελαφρώς την εβδομαδιαία εικόνα. Παρ’ όλα αυτά, το επίπεδο γύρω από τις 200.000–220.000 αιτήσεις θεωρείται, ιστορικά, συμβατό με μια αγορά εργασίας που δεν βρίσκεται σε ύφεση, αλλά σε φάση εξισορρόπησης.
Για τη Fed, τα στοιχεία αυτά τροφοδοτούν το αφήγημα «ομαλής προσγείωσης»: μια οικονομία που επιβραδύνεται, με ήπια άνοδο της ανεργίας αλλά χωρίς απότομο άλμα απολύσεων, επιτρέποντας σταδιακή προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Η μικρή άνοδος των αιτήσεων επιδόματος ανεργίας δεν αναιρεί ότι η αμερικανική αγορά εργασίας παραμένει ανθεκτική, αλλά αναδεικνύει το αυξημένο άγχος των νοικοκυριών σε περιβάλλον εμπορικής αβεβαιότητας. Για την Ελλάδα, που εξαρτάται από τις εξαγωγές, τον τουρισμό και το διεθνές επενδυτικό κλίμα, η πορεία της απασχόλησης στις ΗΠΑ λειτουργεί ως βαρόμετρο: μια ελεγχόμενη επιβράδυνση είναι διαχειρίσιμη, μια απότομη επιδείνωση όμως θα επηρέαζε άμεσα ζήτηση, χρηματοπιστωτικές ροές και ρίσκο στις αγορές.






