Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ απορρίπτει ως «απόλυτη εταιρική ευημερία» την ιδέα επιστροφής δασμών μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο επίκεντρο βρίσκονται δισεκατομμύρια δολάρια και η διαμάχη για το ποιος τελικά ωφελείται από την εμπορική πολιτική.
Η συζήτηση για το μέλλον των αμερικανικών δασμών εισέρχεται σε νέα φάση μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει την επιβολή τους βάσει του νόμου IEEPA του 1977, περιορίζοντας τις σχετικές εξουσίες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο το αν και πώς θα επανέλθουν οι δασμοί, αλλά και τι θα συμβεί με τα τεράστια ποσά που έχουν ήδη εισπραχθεί.
«Απόλυτη εταιρική ευημερία» και όχι όφελος για καταναλωτές
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, μιλώντας στο Fox News, χαρακτήρισε τυχόν επιστροφή των εισπραχθέντων δασμών ως «την απόλυτη εταιρική ευημερία», υπονοώντας ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές δεν θα δουν ουσιαστικό όφελος. Όπως εξήγησε, σε πολλές περιπτώσεις οι εταιρείες είχαν ήδη προσαρμόσει την αλυσίδα τιμολόγησης με τρόπο που μετέφερε το κόστος στους τελικούς αγοραστές.
Ο Μπέσεντ περιέγραψε ένα χαρακτηριστικό σενάριο: Κινέζος προμηθευτής μειώνει την τιμή προς Αμερικανό εισαγωγέα, ο εισαγωγέας πληρώνει τον δασμό αλλά διατηρεί αμετάβλητη την τελική τιμή του προϊόντος στην αγορά. Αν τώρα ο εισαγωγέας λάβει πίσω τον δασμό, το ποσό αυτό μετατρέπεται σε καθαρό κέρδος για την εταιρεία, χωρίς να μετακυλιστεί προς τα νοικοκυριά. Έτσι, η επιστροφή θα λειτουργούσε ως έμμεση επιδότηση επιχειρήσεων και όχι ως ελάφρυνση του κόστους ζωής.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι το ύψος των εσόδων που επηρεάζονται από την απόφαση κινείται πιο κοντά στα 130 δισ. δολάρια, χαμηλότερα από άλλες εκτιμήσεις έως 175 δισ. δολάρια, αλλά παραμένει ένα τεράστιο δημοσιονομικό διακύβευμα.
Νέος γύρος αβεβαιότητας και πολιτικής αντιπαράθεσης
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ξεκαθαρίζει τι θα γίνει με τα ήδη εισπραχθέντα ποσά, ανοίγοντας τον δρόμο για πολυετείς δικαστικές διαμάχες. Ο Μπέσεντ προειδοποίησε ότι η διαδικασία επιστροφών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε «χάος», με νομικές εκκρεμότητες που θα διαρκέσουν μήνες ή και χρόνια.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να διαμηνύσει ότι θα επαναφέρει τους περισσότερους δασμούς αξιοποιώντας άλλες νομικές βάσεις, επιδιώκοντας να διατηρήσει την πυγμή της εμπορικής του ατζέντας. Ο Μπέσεντ, σε ομιλία του στον Οικονομικό Σύλλογο του Ντάλας, υποστήριξε ότι, χάρη στο «εφεδρικό σχέδιο» της κυβέρνησης, τα έσοδα από δασμούς θα παραμείνουν «ουσιαστικά αμετάβλητα» το 2026, παρά την απόφαση.
Για τις διεθνείς αγορές και τις ευρωπαϊκές εταιρείες που εξάγουν στις ΗΠΑ, η εικόνα παραμένει θολή. Η πιθανότητα νέων δασμών υπό διαφορετικό νομικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για τις επιστροφές, δημιουργεί ένα περιβάλλον μεταβλητότητας που δυσχεραίνει τον σχεδιασμό επενδύσεων και εμπορικών ροών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το ποιος πραγματικά ωφελείται από την εμπορική πολιτική –καταναλωτές, επιχειρήσεις ή το κράτος– αποκτά κεντρική σημασία, με τον Μπέσεντ να τοποθετείται ξεκάθαρα υπέρ της αποφυγής μιας μαζικής μεταφοράς δημοσίων πόρων προς τις επιχειρήσεις μέσω επιστροφών δασμών.
Σχόλιο
: Η τοποθέτηση Μπέσεντ δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προκρίνει τη δημοσιονομική σταθερότητα και τον πολιτικό έλεγχο της αφήγησης έναντι μιας κίνησης που θα μπορούσε να εκληφθεί ως «δώρο» προς τις μεγάλες εταιρείες. Για τις διεθνείς επιχειρήσεις, το κρίσιμο δεν είναι μόνο το ύψος των δασμών, αλλά η προβλεψιμότητα του πλαισίου· και αυτή, προς το παρόν, παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.






