Η Ελλάδα πλησιάζει την καθολική κάλυψη 5G και υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο κρίσιμο φάσμα 3,4-3,8 GHz, όμως η ανάπτυξη οπτικών ινών και ενεργών συνδέσεων παραμένει θεαματικά πίσω. Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα διττό τοπίο για τον ψηφιακό μετασχηματισμό: ισχυρή δυναμική στα ασύρματα δίκτυα, αλλά σημαντική υστέρηση στις σταθερές υποδομές.
Η νέα έκθεση του Παρατηρητηρίου Ψηφιακού Μετασχηματισμού, που παρουσιάστηκε από τον ΣΕΒ, αποτυπώνει μια Ελλάδα με δύο ταχύτητες στην ψηφιακή της υποδομή. Από τη μία πλευρά, η κάλυψη των δικτύων 5G προσεγγίζει τον στόχο της καθολικής διάθεσης στα νοικοκυριά, υπερβαίνοντας μάλιστα τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη, τα δίκτυα οπτικών ινών και οι πραγματικές ενεργές συνδέσεις παραμένουν σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.
5G: Υπερ-επιδόσεις στην κάλυψη, ώθηση από τις επιχειρήσεις
Σύμφωνα με την έκθεση, η κάλυψη 5G στην Ελλάδα βρίσκεται «πολύ κοντά» στον στόχο του 100% των νοικοκυριών, στοιχείο που κατατάσσει τη χώρα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, στο φάσμα 3,4-3,8 GHz –το οποίο θεωρείται κομβικό για υπηρεσίες υπερυψηλών ταχυτήτων και βιομηχανικές εφαρμογές– η κάλυψη φτάνει το 72,9%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 67,7%.
Ένα ακόμη θετικό σήμα προέρχεται από τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Το 67% χρησιμοποιεί πλέον δίκτυα υπερυψηλής ταχύτητας (≥100 Mbps), εγκαταλείποντας σταδιακά τις «μεσαίες» ταχύτητες των 30–100 Mbps. Αν και το ποσοστό αυτό παραμένει ελαφρά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δείχνει ότι η εταιρική βάση της οικονομίας στρέφεται σε πιο απαιτητικές, ψηφιακά εντατικές δραστηριότητες.
Οπτικές ίνες: μεγάλη απόσταση από την Ευρώπη
Η εικόνα αλλάζει ριζικά όταν εξετάζεται η ανάπτυξη των ευρυζωνικών δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN) και ειδικότερα των οπτικών ινών. Η κάλυψη VHCN φτάνει μόλις στο 46% των νοικοκυριών, έναντι 82,5% στην ΕΕ. Το ίδιο ποσοστό (46%) αναφέρεται και για την κάλυψη δικτύων οπτικών ινών, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται στο 69%.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η υστέρηση στις ενεργές συνδέσεις: μόνο το 14% των νοικοκυριών διαθέτει ενεργή σύνδεση οπτικής ίνας, την ώρα που ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχεται στο 47%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όπου υπάρχει υποδομή, η ζήτηση –είτε λόγω κόστους είτε λόγω έλλειψης ενημέρωσης και κινήτρων– δεν ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό.
Ιδιωτικές επενδύσεις και νέοι πάροχοι αλλάζουν το τοπίο
Παρά τα κενά, η έκθεση του ΣΕΒ καταγράφει αυξημένη αισιοδοξία για το υπόλοιπο της δεκαετίας. Καθοριστικό ρόλο αποδίδει στις ιδιωτικές επενδύσεις που έχουν δρομολογηθεί, αλλά και στην πρόσφατη είσοδο νέων παικτών στην αγορά σταθερής ευρυζωνικότητας. Για το 2027 προγραμματίζονται σημαντικά επενδυτικά έργα με στόχο τη σύνδεση 3 εκατομμυρίων νοικοκυριών με δίκτυα οπτικών ινών.
Εφόσον τα σχέδια αυτά υλοποιηθούν στον προβλεπόμενο χρόνο, η Ελλάδα μπορεί να συγκλίνει ταχύτερα με τις επιδόσεις της ΕΕ και να πλησιάσει τον στόχο κάλυψης 100% μέχρι το 2030. Η πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι μόνο τεχνική ή επενδυτική: απαιτείται παράλληλα πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης, απλοποίηση αδειοδοτήσεων και συντονισμός με την τοπική αυτοδιοίκηση ώστε τα έργα να μην μπλοκάρουν σε μικρογραφειοκρατίες.
Σχόλιο
: Η Ελλάδα δείχνει ότι μπορεί να πρωταγωνιστήσει στα ασύρματα δίκτυα, όμως χωρίς μαζική διείσδυση οπτικών ινών ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα πατά σε πήλινα πόδια. Το επόμενο στοίχημα δεν είναι άλλο ένα πρόγραμμα επιδοτήσεων, αλλά μια συνεκτική στρατηγική που θα κάνει τις υποδομές υψηλής ταχύτητας πραγματικό παραγωγικό εργαλείο και όχι απλώς τεχνικό δείκτη σε ευρωπαϊκές εκθέσεις.






