Οι αποκαλύψεις για παράτυπες εγκρίσεις επιδομάτων στον ΟΠΕΚΑ μετατρέπονται σε όπλο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση προβάλλει το αφήγημα της «νομιμότητας παντού» και επιχειρεί να εκθέσει το ΠΑΣΟΚ.
Η υπόθεση των παράτυπων εγκρίσεων επιδομάτων κοινωνικής αλληλεγγύης στον ΟΠΕΚΑ εξελίσσεται σε μείζον πολιτικό ζήτημα, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τις αποκαλύψεις και το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται σε αμυντική θέση. Ο έλεγχος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας εντόπισε περίπου 80 φακέλους με σοβαρές ενδείξεις παρανομιών και κακοδιαχείρισης, αναδεικνύοντας μια «βιομηχανία» παροχής επιδομάτων σε μη δικαιούχους.
Κυβερνητικοί παράγοντες διαμηνύουν ότι «δεν θα χαθεί ούτε ένα ευρώ των πολιτών» και ότι κανένα πρόβλημα δεν θα «κρυφτεί κάτω από το χαλί», επιχειρώντας να εμφανίσουν το Μαξίμου ως εγγυητή της θεσμικής τάξης και της διαφάνειας στο κοινωνικό κράτος.
Η στρατηγική της κυβέρνησης και το αφήγημα «νομιμότητα παντού»
Το κεντρικό μήνυμα που εκπέμπεται είναι πως «η Πολιτεία παρεμβαίνει άμεσα και εντοπίζει τέτοιες πρακτικές», με την κυβέρνηση να υπογραμμίζει ότι, με βάση τα έως τώρα στοιχεία, η υπόθεση φαίνεται να συνδέεται κυρίως με δύο υπαλλήλους. Η έμφαση στην ταχύτητα του ελέγχου και στη λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας υπηρετεί διπλό στόχο: αφενός να περιορίσει το θεσμικό κόστος για τον ίδιο τον ΟΠΕΚΑ και το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, αφετέρου να προβληθεί η εικόνα ενός κράτους που «δουλεύει» και δεν συγκαλύπτει.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι σημειώνουν ότι «δεν υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο με μαγικό ραβδί που να μετατρέπει τους παράνομους σε νομοταγείς», μεταθέτοντας την έμφαση από την ύπαρξη των φαινομένων διαφθοράς στη βούληση για εντοπισμό και παραπομπή τους στη Δικαιοσύνη. Παράλληλα, αναδεικνύουν ως υποδειγματική τη στάση του αρμόδιου υπουργείου και των δομών του, επιχειρώντας να θωρακίσουν πολιτικά τον κυβερνητικό πυρήνα από τυχόν καταλογισμό ευθυνών.
Πώς «στριμώχνει» το ΠΑΣΟΚ η Νέα Δημοκρατία
Το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης εστιάζει στη φερόμενη εμπλοκή σημαίνοντος στελέχους του ΠΑΣΟΚ, μέχρι πρότινος γραμματέως Οργανωτικού, γεγονός που αξιοποιείται από τη Νέα Δημοκρατία για να υπονομεύσει την αντιπολιτευτική γραμμή σκανδαλολογίας του Νίκου Ανδρουλάκη. «Τι θα γινόταν αν στη θέση αυτή βρισκόταν στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας;» είναι το ρητορικό ερώτημα που θέτουν κυβερνητικά στελέχη, καταγγέλλοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά από τη Χαριλάου Τρικούπη.
Τα ίδια στελέχη σπεύδουν, πάντως, να διαχωρίσουν τυπικά το κόμμα από τα πρόσωπα: «Δεν ταυτίζουμε ένα κόμμα με τα πρόσωπα, ούτε στην περίπτωση Παναγόπουλου, ούτε στον ΟΠΕΚΑ. Οι ευθύνες αφορούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα και όχι συνολικά το ΠΑΣΟΚ». Με αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση εμφανίζεται θεσμικά «μετριοπαθής», ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι «οι ιστορίες αυτές, που δυστυχώς για το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι έχουν συνέχεια», συνιστούν μάθημα για το πώς δεν πρέπει να στοχοποιείται συλλήβδην μια παράταξη.
Στο παρασκήνιο, η υπόθεση λειτουργεί ως ακόμη ένας πονοκέφαλος για τον Νίκο Ανδρουλάκη, την ώρα που επιχειρεί να οικοδομήσει προφίλ αξιοπιστίας και ηθικού πλεονεκτήματος. Η Νέα Δημοκρατία αξιοποιεί την ευκαιρία για να αποδομήσει το αφήγημα περί «καθεστώτος διαφθοράς» που αποδίδει στην κυβέρνηση η αντιπολίτευση, επαναφέροντας τη συζήτηση στις παθογένειες του παλαιού πολιτικού συστήματος.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση μετατρέπει ένα πραγματικό σκάνδαλο διαχείρισης επιδομάτων σε εργαλείο αναστροφής της ηθικής πίεσης που δεχόταν από το ΠΑΣΟΚ. Η ουσία, όμως, θα κριθεί όχι στην επικοινωνία, αλλά στο βάθος της διερεύνησης, στις ποινικές ευθύνες που θα αποδοθούν και –κυρίως– στις θεσμικές αλλαγές που θα αποτρέψουν επανάληψη τέτοιων φαινομένων στο κοινωνικό κράτος.






