Η μέση σύνταξη γήρατος αυξήθηκε τον Ιανουάριο στα 865,58 ευρώ, όμως η πλειονότητα των συνταξιούχων εξακολουθεί να κινείται κάτω από τα όρια αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το χάσμα μεταξύ συντάξεων Δημοσίου και πρώην ασφαλισμένων στον ΕΦΚΑ πλησιάζει πλέον να διπλασιαστεί.
Τα νεότερα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «Ήλιος» για τον Ιανουάριο 2026 αποτυπώνουν μια οξύμωρη εικόνα: τυπικά οι συντάξεις αυξάνονται, ουσιαστικά όμως η συντριπτική πλειονότητα των συνταξιούχων παραμένει σε εισοδηματικό καθεστώς που δεν διασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Μόλις το 42,7% των κύριων συντάξεων ξεπερνά τα 1.000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν ποσά κάτω από το όριο που θεωρείται ικανό να καλύψει βασικές ανάγκες.
Μικρή ονομαστική αύξηση, περιορισμένη ουσία
Η μέση κύρια σύνταξη λόγω γήρατος διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο στα 865,58 ευρώ, από 847,55 ευρώ τον Δεκέμβριο 2025, ενσωματώνοντας την ετήσια αναπροσαρμογή 2,4%. Η αύξηση αυτή καταβλήθηκε ακόμη και σε όσους διατηρούν προσωπική διαφορά, αν και για αυτούς περιορίστηκε στο ήμισυ. Ωστόσο, σε περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης, η ονομαστική βελτίωση δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Τον Ιανουάριο καταβλήθηκαν συνολικά 4.737.337 συντάξεις: 2.899.085 κύριες, 1.398.823 επικουρικές και 439.429 μερίσματα. Η συνολική μηνιαία δαπάνη ανήλθε σε 2.834.366.989,25 ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει κρατήσεις φόρου, εισφορές υπέρ υγείας και ΑΚΑΓΕ. Τα μεγέθη αυτά υπογραμμίζουν το δημοσιονομικό βάρος του ασφαλιστικού, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν αντίστοιχη επάρκεια εισοδήματος για όλους τους δικαιούχους.
Δημόσιοι υπάλληλοι με σχεδόν διπλάσιες συντάξεις
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι η διεύρυνση της «ψαλίδας» ανάμεσα σε συνταξιούχους Δημοσίου και πρώην ασφαλισμένους στον ΕΦΚΑ (ιδιωτικός τομέας). Η μέση σύνταξη για τους δεύτερους ανέρχεται σε 789,88 ευρώ, όταν για τους πρώην δημοσίους υπαλλήλους αγγίζει τα 1.468,44 ευρώ. Η απόκλιση, που τον Δεκέμβριο 2025 ξεπερνούσε ήδη τα 600 ευρώ (769,63 ευρώ στον ΕΦΚΑ, 1.390,59 ευρώ στο Δημόσιο), συνεχίζει να αυξάνεται, προσεγγίζοντας πλέον τον διπλασιασμό.
Στη μεγάλη κατηγορία των χαμηλών συντάξεων βρίσκονται κυρίως παλαιοί συνταξιούχοι, οι οποίοι αποχώρησαν πριν από την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου. Παρότι θεωρητικά ευνοήθηκαν από παλαιότερα, πιο γενναιόδωρα καθεστώτα, οι μεταγενέστερες παρεμβάσεις και ο επαναϋπολογισμός του ανταποδοτικού σκέλους οδήγησαν σε συμπίεση των ποσών τους, αφήνοντας πολλούς με εισόδημα που δεν ανταποκρίνεται στο αυξημένο κόστος ζωής.
Νέες συντάξεις και κόστος αναδρομικών
Η ροή νέων συνταξιοδοτήσεων παραμένει έντονη. Τον Ιανουάριο πληρώθηκαν 30.541 νέες συντάξεις με οριστική απόφαση, με συνολική δαπάνη συντάξεων 16.642.833,78 ευρώ και αναδρομικών 84.293.868,63 ευρώ. Παράλληλα, εκδόθηκαν 7.450 τροποποιητικές αποφάσεις, με 6.652.545,88 ευρώ για συντάξεις και 14.951.147,90 ευρώ για αναδρομικά.
Στις προσωρινές συντάξεις, καταβλήθηκαν 33 αποφάσεις, με 5.126,09 ευρώ για τις τρέχουσες πληρωμές και 5.949,50 ευρώ για αναδρομικά. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι, πέρα από τη μηνιαία δαπάνη, το σύστημα εξακολουθεί να «κουβαλά» σημαντικό κόστος από καθυστερήσεις και διορθώσεις, το οποίο επιβαρύνει τα ταμεία και δημιουργεί αβεβαιότητα στους νέους συνταξιούχους.
Σχόλιο
: Τα δεδομένα του «Ήλιος» φωτίζουν ένα ασφαλιστικό σύστημα που απορροφά τεράστιους πόρους χωρίς να εξασφαλίζει ομοιόμορφη και αξιοπρεπή προστασία. Το διαρθρωτικό χάσμα Δημοσίου – ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με την υψηλή αναλογία συντάξεων κάτω των 1.000 ευρώ, συνιστά κοινωνική βόμβα μεσοπρόθεσμου ορίζοντα και προαναγγέλλει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις, τόσο στην αναπλήρωση εισοδήματος όσο και στη δικαιότερη κατανομή των βαρών.






