Με αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων και σαφές χρονοδιάγραμμα ένταξης όλων των επιχειρήσεων, η ΑΑΔΕ κλειδώνει την καθολική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης έως το τέλος του 2026. Τα πρόστιμα ξεκινούν από 250 ευρώ και φτάνουν σε πολλαπλάσια επίπεδα σε περίπτωση υποτροπών, με στόχο την καταπολέμηση πλαστών και εικονικών τιμολογίων.
Η φορολογική διοίκηση περνά στην επόμενη φάση της ψηφιοποίησης των συναλλαγών, θέτοντας αυστηρούς κανόνες για την ηλεκτρονική τιμολόγηση και σημαντικά πρόστιμα για όσους δεν συμμορφώνονται. Εγκύκλιος του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, ορίζει ότι κάθε απόκλιση από τις προβλεπόμενες διαδικασίες έκδοσης και διαβίβασης ηλεκτρονικών τιμολογίων εξομοιώνεται με μη έκδοση παραστατικού.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι χειρόγραφα τιμολόγια ή τιμολόγηση μέσω μη πιστοποιημένων συστημάτων θεωρούνται παραβάσεις, εκτός εάν αποδεικνύεται ανωτέρα βία, όπως γενικευμένη διακοπή ρεύματος ή διαδικτύου. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: έως το τέλος του 2026 όλες οι επιχειρήσεις να τιμολογούν ηλεκτρονικά, περιορίζοντας δραστικά τη διακίνηση πλαστών και εικονικών τιμολογίων.
Παρατάσεις και υποχρεωτική ένταξη στο νέο καθεστώς
Η πολιτική ηγεσία του οικονομικού επιτελείου και η ΑΑΔΕ αναγνωρίζουν ότι η μετάβαση σε πλήρως ηλεκτρονικό περιβάλλον τιμολόγησης έχει σημαντικές τεχνικές και οργανωτικές απαιτήσεις, ιδίως για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό δόθηκε νέα παράταση στο χρονοδιάγραμμα ένταξης των επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών άνω του 1 εκατ. ευρώ το 2023.
Οι επιχειρήσεις αυτές θα υπαχθούν υποχρεωτικά στο καθεστώς ηλεκτρονικής τιμολόγησης από τις 2 Μαρτίου 2026, ενώ προβλέπεται μεταβατική περίοδος προσαρμογής έως τις 3 Μαΐου 2026. Αρχικά, η έναρξη είχε οριστεί για τις 2 Φεβρουαρίου, με περίοδο χάριτος έως τα τέλη Μαρτίου, ωστόσο το χρονοδιάγραμμα αυτό αναθεωρήθηκε.
Για το σύνολο των υπόλοιπων επιχειρήσεων, το πλαίσιο παραμένει αμετάβλητο: υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης από την 1η Οκτωβρίου 2026 και μεταβατική περίοδος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Έτσι, η καθολική εφαρμογή του μέτρου «κλειδώνει» για το τέλος του ίδιου έτους.
Κλιμακωτά πρόστιμα και αυστηρές κυρώσεις για υποτροπές
Η εγκύκλιος της ΑΑΔΕ διαμορφώνει ένα κλιμακωτό σύστημα προστίμων, διαφοροποιημένο ανάλογα με το αν ο υπόχρεος υπάγεται σε ΦΠΑ και αν τηρεί απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία.
Για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση/λήψη λογιστικών αρχείων επιφέρει πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για απλογραφικά βιβλία και 1.000 ευρώ για διπλογραφικά. Επιπλέον, για μη υποβολή ή ανακριβή υποβολή στοιχείων σχετικά με τις υποχρεώσεις του υπόχρεου, προβλέπεται πρόστιμο 2.500 ευρώ.
Για συναλλαγές που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση/λήψη παραστατικών πώλησης τιμωρείται με πρόστιμο ίσο με το 50% του φόρου που θα προέκυπτε, με ελάχιστα όρια 250 ευρώ ανά έλεγχο για απλογραφικά και 500 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία. Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο διπλασιάζεται στο 100% του φόρου, με ελάχιστα 500 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ σε νέα υποτροπή φτάνει στο 200% με κατώτατα όρια 1.000 και 2.000 ευρώ.
Εάν υπάρξει υποτροπή για τρίτη φορά, το πρόστιμο τετραπλασιάζεται, με κατώτατο ποσό 1.000 ευρώ για απλογραφικά και 2.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία. Το πλαίσιο αυτό στέλνει σαφές μήνυμα ότι η εποχή της ανοχής σε παρατυπίες τιμολόγησης τελειώνει.
Σχόλιο
: Η ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί την ηλεκτρονική τιμολόγηση ως εργαλείο τόσο για την πάταξη της φοροδιαφυγής όσο και για την πλήρη ιχνηλασιμότητα των συναλλαγών. Το αυστηρό καθεστώς προστίμων, σε συνδυασμό με σαφές χρονοδιάγραμμα και περιορισμένες παρατάσεις, ασκεί ισχυρή πίεση στις επιχειρήσεις να επενδύσουν έγκαιρα σε πιστοποιημένα πληροφοριακά συστήματα. Όσοι καθυστερήσουν, ιδίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ήδη πιέζονται από το κόστος συμμόρφωσης, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι όχι μόνο με πρόστιμα, αλλά και με σοβαρές λειτουργικές δυσκολίες σε ένα περιβάλλον όπου η ψηφιακή συμμόρφωση θα αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης.






