Με σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση και προσωπικά στη Νέα Δημοκρατία, ο Νίκος Ανδρουλάκης συνέδεσε ευθέως την «υπόθεση Παναγόπουλου» με τη διαχείριση της εξουσίας από το κυβερνών κόμμα. Στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης για το εργασιακό νομοσχέδιο, κατηγόρησε την κυβέρνηση για προνομιακές σχέσεις με την «εγχώρια ολιγαρχία» και για συγκάλυψη φαινομένων διαφθοράς.
Η δευτερολογία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νίκου Ανδρουλάκη, στη Βουλή, με αφορμή το εργασιακό νομοσχέδιο και την αντιπαράθεσή του με την υπουργό Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, εξελίχθηκε σε συνολική πολιτική επίθεση κατά της κυβέρνησης. Ο ίδιος επιχείρησε να μετατρέψει την «υπόθεση Παναγόπουλου» από εσωκομματικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ σε ζήτημα πολιτικής ευθύνης της Νέας Δημοκρατίας.
Η κόντρα για το εργασιακό και η «μετενέργεια»
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ξεκαθάρισε ότι το ΠΑΣΟΚ στηρίζει τη ρύθμιση για τη μετενέργεια των συλλογικών συμβάσεων, υπενθυμίζοντας ότι το κόμμα του την έχει «προτείνει και θέσει στον δημόσιο διάλογο» και, ως εκ τούτου, «προφανέστατα και θα την ψηφίσει». Παράλληλα, κάλεσε την υπουργό Εργασίας να αποδεχθεί την τροπολογία του ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας ανοιχτό ότι τότε το κόμμα θα μπορούσε να ψηφίσει το νομοσχέδιο και επί της αρχής.
«Ένα κόμμα σοβαρό, ό,τι έχει πει και το έχει καταθέσει σε τροπολογίες, το ψηφίζει είτε όταν η τροπολογία κατατεθεί από εμάς, είτε από την κυβέρνηση», τόνισε, θέλοντας να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη θεσμικής συνέπειας, αλλά και να αποστασιοποιηθεί από διατάξεις που, όπως υποστήριξε, «υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον» και «δεν λύνουν τα προβλήματα των εργαζομένων».
Στο ίδιο πλαίσιο κατήγγειλε την κυβερνητική διαχείριση ως «επικοινωνιακά αλαζονική», σημειώνοντας ότι η κοινωνική πραγματικότητα διαψεύδει την εικόνα επιτυχίας που επιχειρεί να προβάλει η ΝΔ.
Από την εσωστρέφεια του ΠΑΣΟΚ στη στοχοποίηση της ΝΔ
Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασης Ανδρουλάκη αφορά την προσπάθειά του να αποσυνδέσει το ΠΑΣΟΚ από την πολιτική φθορά που προκαλεί η «υπόθεση Παναγόπουλου» και να τη μεταφέρει στην κυβέρνηση. Με φράση-κλειδί πως «είναι υπόθεση της Νέας Δημοκρατίας», απευθύνθηκε στην Νίκη Κεραμέως λέγοντας: «Εσείς κυβερνάτε, εσείς υπογράφετε, εσείς προτείνετε τα νομοσχέδια, εσείς ελέγχετε πού πάνε τα χρήματα του ελληνικού λαού».
Προηγήθηκε συνολική κριτική στην κυβέρνηση, την οποία κατηγόρησε ότι έχει έναν κεντρικό στόχο: «τη σχέση σας με την εγχώρια ολιγαρχία». Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, οι επιλογές της ΝΔ οδηγούν σε «κάτι λίγο στους πολλούς και τα πολλά σε αυτούς που σας υπηρετούν», με αντάλλαγμα την αποσιώπηση ή και κάλυψη φαινομένων διαφθοράς.
Παράλληλα, εξαπέλυσε πολιτική ειρωνεία προς τους βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ, λέγοντας ότι «έχουν μετατραπεί από πολιτικά στελέχη σε ηθοποιούς της Ομάδας Αλήθειας» που «κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν». Με αυτό τον τρόπο επιχείρησε να αναδείξει την αντίληψη ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ακόμη και σοβαρές υποθέσεις με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης και όχι ουσίας.
Η παρέμβαση Ανδρουλάκη εντάσσεται σε μια στρατηγική διπλού μετώπου: από τη μία, να ελέγξει τις εσωκομματικές αναταράξεις γύρω από την «υπόθεση Παναγόπουλου» και, από την άλλη, να αξιοποιήσει την υπόθεση ως αφετηρία για επίθεση στη ΝΔ στο πεδίο της διαφάνειας και της διαχείρισης δημοσίου χρήματος. Το αν αυτή η τακτική θα περιορίσει τη φθορά στο ΠΑΣΟΚ ή θα ενισχύσει την εικόνα του ως αυτόνομου πόλου στο κεντροαριστερό φάσμα, μένει να φανεί στο πολιτικό σκηνικό των επόμενων εβδομάδων.
Σχόλιο
: Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί σαφή πολιτική αναστροφή: να μετατρέψει ένα εσωκομματικό αγκάθι σε μοχλό πίεσης προς τη ΝΔ και ταυτόχρονα να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη θεσμικής σοβαρότητας στο εργασιακό. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα κριθεί από το αν οι ψηφοφόροι θα πειστούν ότι η «υπόθεση Παναγόπουλου» είναι πρωτίστως ζήτημα κυβερνητικής λογοδοσίας και όχι μόνο κρίση αξιοπιστίας στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ.






