Η συζήτηση για τη δημιουργία ενός αφρικανικού οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης επανέρχεται δυναμικά, καθώς κυβερνήσεις και θεσμοί κατηγορούν τους δυτικούς οίκους για συστημικές στρεβλώσεις εις βάρος της ηπείρου. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η «δικαιοσύνη», αλλά το πραγματικό κόστος δανεισμού για κράτη και επιχειρήσεις σε μια εποχή αυξημένων επιτοκίων.
Η πρόσβαση της Αφρικής στις διεθνείς κεφαλαιαγορές παραμένει ακριβή και ασταθής, με πολλούς αξιωματούχους να θεωρούν ότι σημαντικό μέρος του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο που οι μεγάλοι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης «διαβάζουν» τον αφρικανικό κίνδυνο. Στο πλαίσιο αυτό, κερδίζει έδαφος η ιδέα ενός αυτόνομου αφρικανικού οίκου αξιολόγησης, ο οποίος θα επιχειρούσε να αποτυπώσει πιο ρεαλιστικά τα θεμελιώδη μεγέθη και τις ιδιαιτερότητες της ηπείρου.
Δυτικοί οίκοι και κατηγορίες για συστημική μεροληψία
Οι τρεις μεγάλοι οίκοι – Moody’s, S&P και Fitch – ελέγχουν σχεδόν μονοπωλιακά την αγορά αξιολογήσεων κρατικού χρέους. Αφρικανικές κυβερνήσεις, αλλά και περιφερειακοί θεσμοί, υποστηρίζουν ότι οι βαθμολογίες που αποδίδονται σε πολλές χώρες της ηπείρου είναι δυσανάλογα χαμηλές σε σχέση με τα δημοσιονομικά τους μεγέθη, τα συναλλαγματικά αποθέματα και τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η κριτική εστιάζει σε τρία επίπεδα: πρώτον, ότι οι οίκοι ενσωματώνουν υπερβολικά τον πολιτικό κίνδυνο, τιμωρώντας εκ των προτέρων χώρες με ιστορικό αστάθειας· δεύτερον, ότι αντιδρούν καθυστερημένα στις βελτιώσεις, διατηρώντας υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου ακόμη και όταν τα μακροοικονομικά στοιχεία βελτιώνονται· και τρίτον, ότι συχνά αξιολογούν την Αφρική ως ενιαίο «μπλοκ κινδύνου», χωρίς επαρκή διαφοροποίηση μεταξύ οικονομιών με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Αποτέλεσμα είναι υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης χρέους και περιορισμένη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια. Σε περιβάλλον διεθνών επιτοκίων που έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κάθε επιπλέον μονάδα κινδύνου μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια επιπλέον δαπανών για τους αφρικανικούς προϋπολογισμούς.
Το επιχείρημα υπέρ ενός αφρικανικού οίκου
Υπέρμαχοι της δημιουργίας ενός αφρικανικού οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης υποστηρίζουν ότι ένας θεσμός με έδρα την ήπειρο θα μπορούσε να αξιοποιεί πιο εξειδικευμένα δεδομένα, να λαμβάνει υπόψη περιφερειακές ιδιαιτερότητες και να διατηρεί στενότερο διάλογο με τις τοπικές αρχές. Παράλληλα, θα μπορούσε να μειώσει το πληροφοριακό κενό που συχνά επικαλούνται οι διεθνείς επενδυτές όταν αποφεύγουν αφρικανικά ομόλογα.
Ένα τέτοιο εγχείρημα, ωστόσο, θα κριθεί από δύο κρίσιμες παραμέτρους: την ανεξαρτησία του από πολιτικές πιέσεις και την αξιοπιστία της μεθοδολογίας του στα μάτια της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας. Χωρίς αυτά, υπάρχει κίνδυνος ο οίκος να αντιμετωπιστεί ως «εργαλείο δημοσίων σχέσεων» και όχι ως σοβαρός αντίπαλος των δυτικών κολοσσών.
Προκλήσεις διακυβέρνησης και διεθνούς αποδοχής
Η δημιουργία ενός νέου οίκου απαιτεί κεφάλαια, τεχνογνωσία και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο. Θα πρέπει να αποφευχθεί η σύγκρουση συμφερόντων, ιδίως αν μέτοχοι είναι τα ίδια τα κράτη που θα αξιολογούνται. Η εμπειρία της Ευρώπης, η οποία εδώ και χρόνια συζητά τη δημιουργία ευρωπαϊκού οίκου χωρίς να έχει καταφέρει να σπάσει την κυριαρχία των αμερικανικών παικτών, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών.
Παρά τις προκλήσεις, η συζήτηση για έναν αφρικανικό οίκο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ρεύμα αναζήτησης «ιδιοκτησίας» στους κανόνες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος από τις αναδυόμενες οικονομίες. Ακόμη κι αν ένας τέτοιος θεσμός ξεκινήσει συμπληρωματικά προς τους διεθνείς οίκους, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο, ασκώντας πίεση για μεγαλύτερη διαφάνεια και δικαιοσύνη στις αξιολογήσεις.
Για επενδυτές και αναλυτές στην Ευρώπη και την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αξίζει στενή παρακολούθηση, καθώς επηρεάζει το ρίσκο και τις αποδόσεις σε αφρικανικά ομόλογα, αλλά και τις στρατηγικές των διεθνών οργανισμών που δραστηριοποιούνται στην ήπειρο.
Σχόλιο
: Η ιδέα ενός αφρικανικού οίκου αξιολόγησης είναι θεσμικά ελκυστική, αλλά η πραγματική της δύναμη θα κριθεί από το αν καταφέρει να πείσει τις αγορές ότι δεν αποτελεί πολιτικό παρακολούθημα. Χωρίς σιδερένια διακυβέρνηση και μεθοδολογία, κινδυνεύει να προσθέσει θόρυβο αντί για αξιοπιστία σε μια ήδη ευαίσθητη αγορά χρέους.






