Η γερμανική κυβέρνηση προωθεί ταχύτερη πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στην εργασία, ενώ ωριμάζει διακομματική συναίνεση για αυστηρή ρύθμιση των social media για ανηλίκους.
Η Γερμανία κινείται σε δύο παράλληλα, αλλά αλληλένδετα μέτωπα πολιτικής: την επιτάχυνση της ένταξης των αιτούντων άσυλο μέσω της αγοράς εργασίας και την αυστηροποίηση του πλαισίου χρήσης των κοινωνικών δικτύων από ανηλίκους. Οι παρεμβάσεις αυτές αποτυπώνουν την προσπάθεια του Βερολίνου να απαντήσει ταυτόχρονα σε δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Τρίμηνο όριο για πρόσβαση στην αγορά εργασίας
Ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, Αλεξάντερ Ντόμπριντ, παρουσίασε «σχέδιο άμεσης απασχόλησης» που επιτρέπει σε αιτούντες άσυλο να εργαστούν ήδη μετά από τρεις μήνες παραμονής στη χώρα, ακόμη και εάν η αίτησή τους δεν έχει οριστικά κριθεί. «Όποιος έρχεται εδώ πρέπει να μπορεί να δουλέψει – και γρήγορα. Η καλύτερη μορφή ένταξης είναι στον κόσμο της εργασίας», τόνισε σε συνέντευξή του στη «Bild».
Σύμφωνα με την εκπρόσωπό του, η απόφαση ενός αιτούντος άσυλο να εργαστεί ή όχι δεν θα επηρεάζει την ουσία της ασυλιακής διαδικασίας. Όσοι εργάζονται θα διατηρούν κατ’ αρχήν τα εισοδήματά τους, με συμψηφισμό μόνο έναντι των κοινωνικών παροχών που λαμβάνουν. Από το ευνοϊκό καθεστώς εξαιρούνται όσοι έχουν ήδη απορριφθεί ή δεν συνεργάζονται με τις αρχές, για παράδειγμα δίνοντας ψευδή στοιχεία.
Η κίνηση αυτή αντανακλά την ανάγκη της γερμανικής οικονομίας για εργατικά χέρια, αλλά και την πολιτική βούληση να αποφευχθεί η μακρά παραμονή προσφύγων σε καθεστώς αδράνειας, που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και τροφοδοτεί κοινωνικές εντάσεις. Ταυτόχρονα, εγείρει ερωτήματα για την επάρκεια των μηχανισμών ελέγχου και την ικανότητα των τοπικών αγορών εργασίας να απορροφήσουν γρήγορα μεγάλο αριθμό νεοεισερχομένων.
Διακομματική ώθηση σε απαγόρευση social media για ανηλίκους
Στο εσωτερικό μέτωπο της ψηφιακής πολιτικής, οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) χαιρετίζουν την απόφαση των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) να ταχθούν υπέρ απαγόρευσης των social media για παιδιά κάτω των 14 ετών. Το συνέδριο της CDU ενέκρινε πρόταση για απαγόρευση πρόσβασης στην ηλικιακή αυτή ομάδα, αυστηρότερους ελέγχους ταυτοποίησης για εφήβους και υψηλά πρόστιμα στις πλατφόρμες που δεν συμμορφώνονται.
Ο γραμματέας του SPD, Τιμ Κλύσεντορφ, ζήτησε άμεση νομοθετική υλοποίηση, υπογραμμίζοντας ότι «εθιστικοί αλγόριθμοι, μίσος και εκφοβισμός αποτελούν τεράστιο πρόβλημα για την κοινωνία και ιδιαίτερα επικίνδυνο για παιδιά και νέους». Το SPD έχει ήδη προτείνει τα κοινωνικά δίκτυα να απαγορεύονται κάτω των 14 ετών, ενώ για ανηλίκους έως 16 ετών να επιτρέπονται μόνο «αποαλγοριθμοποιημένες» εκδοχές, χωρίς μηχανισμούς ανταμοιβής και συστάσεων.
Ο κοινοβουλευτικός γραμματέας του SPD, Ντιρκ Βίζε, κάλεσε τα δύο κόμματα να καταθέσουν σύντομα συγκεκριμένο νομοσχέδιο στη Bundestag. Η γερμανική συζήτηση εντάσσεται σε ευρύτερο ευρωπαϊκό κύμα ρυθμίσεων, στο οποίο συμμετέχουν ήδη χώρες όπως η Νορβηγία, η Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία, η Ιταλία και η Ολλανδία, ενώ η ΕΕ κινείται προς την κατεύθυνση ενιαίων αυστηρότερων κανόνων.
Η Γερμανία, συνδέοντας την πολιτική ασύλου με την αγορά εργασίας και ταυτόχρονα θωρακίζοντας τους ανηλίκους στον ψηφιακό χώρο, δοκιμάζει ένα νέο μείγμα κοινωνικής πολιτικής που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σχόλιο
: Η γερμανική στρατηγική δείχνει ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει σταδιακά το παθητικό μοντέλο διαχείρισης προσφύγων και ανηλίκων χρηστών και περνά σε μια πιο παρεμβατική, εργαλειακή προσέγγιση: εργασία ως βασικό εργαλείο ένταξης και αυστηρή ρύθμιση των ψηφιακών πλατφορμών ως απάντηση σε κινδύνους για τη δημοκρατία και την ψυχική υγεία. Το στοίχημα θα κριθεί στην εφαρμογή: από την ικανότητα των δημόσιων υπηρεσιών να ελέγχουν εργοδότες και πλατφόρμες, μέχρι την αντοχή των μέτρων σε δικαστικές προσφυγές και πολιτικές αντιδράσεις.






