Η γερμανική οικονομία μπαίνει στο 2026 με τον τομέα των υπηρεσιών να παραμένει ο βασικός πυλώνας ανάπτυξης, παρά την επιβράδυνση του ρυθμού επέκτασης και την ανησυχητική πτώση της απασχόλησης. Ταυτόχρονα, το αυξημένο εργασιακό και ενεργειακό κόστος τροφοδοτεί νέα άνοδο τιμών, εντείνοντας τις πιέσεις στον πληθωρισμό υπηρεσιών.
Ο κλάδος των υπηρεσιών στη Γερμανία συνεχίζει να ανακάμπτει στις αρχές του 2026, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως βασικό αντίβαρο στη γενικότερη αδυναμία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης. Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ανάκαμψη δεν είναι χωρίς ρωγμές: η δυναμική της ανάπτυξης επιβραδύνεται, η απασχόληση υποχωρεί και το κόστος ωθεί τις τιμές προς τα πάνω.
PMI πάνω από τις 50 μονάδες, αλλά με εμφανή κόπωση
Σύμφωνα με την τελική μέτρηση του δείκτη PMI υπηρεσιών HCOB Germany, ο δείκτης διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο στις 52,4 μονάδες, από 52,7 τον Δεκέμβριο. Η ένδειξη αυτή είναι αισθητά χαμηλότερη από την αρχική εκτίμηση των 53,3 μονάδων, παραμένει όμως πάνω από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Hamburg Commercial Bank, Cyrus de la Rubia, υπογράμμισε ότι «χωρίς τον τομέα υπηρεσιών, η οικονομία της Γερμανίας θα φαινόταν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση από ό,τι παρουσιάζεται στη συζήτηση». Όπως εκτιμά, η ανάπτυξη είναι πιθανό να συνεχιστεί τους επόμενους μήνες, στηριζόμενη κυρίως στην αύξηση των νέων παραγγελιών.
Οι νέες παραγγελίες καταγράφουν άνοδο για τέταρτο συνεχόμενο μήνα, με ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση στις εξαγωγικές υπηρεσίες, όπου ο ρυθμός αύξησης είναι ο ταχύτερος από τον Μάιο του 2023. Παρ’ όλα αυτά, ο συνολικός ρυθμός αύξησης κρίνεται «μέτριος», υποδηλώνοντας ότι η ζήτηση βελτιώνεται αλλά όχι εκρηκτικά.
Πίεση στην αγορά εργασίας και αναζωπύρωση τιμών
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας αφορά την απασχόληση: στον τομέα των υπηρεσιών σημειώθηκε η μεγαλύτερη πτώση από τα μέσα του 2020, με τα επίπεδα εργασίας να επιστρέφουν στα χαμηλά του Σεπτεμβρίου 2025. Οι επιχειρήσεις αναφέρουν τόσο απολύσεις όσο και κενές θέσεις, με ορισμένες να κάνουν λόγο για δυσκολία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού, γεγονός που παραπέμπει σε δομικές αναντιστοιχίες στην αγορά εργασίας.
Ο de la Rubia χαρακτήρισε την απότομη πτώση της απασχόλησης «αρκετά εκπληκτική», επισημαίνοντας ότι δεν τη θεωρεί απαραίτητα αρχή μόνιμης τάσης, αλλά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο πολλές εταιρείες να επανεξετάζουν στρατηγικές αύξησης της παραγωγικότητας – συχνά με λιγότερο προσωπικό.
Παράλληλα, τα κόστη εισροών αυξάνονται, κυρίως λόγω υψηλότερων δαπανών εργασίας – όπου κεντρικό ρόλο παίζει η σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού – αλλά και της ανόδου των τιμών ενέργειας. Οι πάροχοι υπηρεσιών μετακυλίουν αυτά τα κόστη στους πελάτες, οδηγώντας στη μεγαλύτερη αύξηση τιμών παραγωγής των τελευταίων 11 μηνών. Αυτό σηματοδοτεί ότι ο πληθωρισμός υπηρεσιών παραμένει επίμονος, με προφανείς συνέπειες για τη νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη.
Σύνθετη εικόνα: ισχυρότερες υπηρεσίες, ήπια βελτίωση στη βιομηχανία
Σε επίπεδο συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, ο τελικός σύνθετος δείκτης HCOB – που συνδυάζει βιομηχανία και υπηρεσίες – ενισχύθηκε ελαφρώς στις 52,1 μονάδες τον Ιανουάριο, από 51,3 τον Δεκέμβριο, έστω και μετά από καθοδική αναθεώρηση. Η βελτίωση αυτή αποδίδεται σε ανανεωμένη άνοδο της βιομηχανικής παραγωγής, η οποία μέχρι πρόσφατα αποτελούσε τον «αδύναμο κρίκο» της γερμανικής οικονομίας.
Για τους Ευρωπαίους επενδυτές και τους Έλληνες εξαγωγείς, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διττή: μια Γερμανία που αποφεύγει την ύφεση χάρη στις υπηρεσίες και σε έναν δειλό βιομηχανικό «αναστεναγμό», αλλά με αυξανόμενα κόστη και πιέσεις στην απασχόληση, στοιχεία που μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση και να αυξήσουν τη μεταβλητότητα τους επόμενους μήνες.
Σχόλιο
: Η Γερμανία μπαίνει στο 2026 με μια εύθραυστη ισορροπία: οι υπηρεσίες και η ήπια ανάκαμψη της βιομηχανίας αποτρέπουν την ύφεση, αλλά η πτώση της απασχόλησης και η αναζωπύρωση του κόστους δείχνουν ότι η ανάπτυξη στηρίζεται σε στενά θεμέλια. Για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες, η πορεία του γερμανικού κλάδου υπηρεσιών θα αποτελέσει κρίσιμο βαρόμετρο για τη ζήτηση, τον πληθωρισμό και τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ.






