Η γερμανική κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς απέρριψε κατηγορηματικά την πρόταση του Εμανουέλ Μακρόν για νέα κοινή ευρωπαϊκή έκδοση χρέους μέσω ευρωομολόγων. Η σύγκρουση αναδεικνύει το βαθύ στρατηγικό χάσμα Βερολίνου–Παρισιού για το μέλλον της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ και της ανταγωνιστικότητάς της έναντι ΗΠΑ και Κίνας.
Σε ευθεία αντιπαράθεση με το Παρίσι, η κυβέρνηση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς απέρριψε με έντονο τρόπο την πρόταση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για δημιουργία νέας κοινής δανειοληπτικής ικανότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω ευρωομολόγων. Η γαλλική πρωτοβουλία, που παρουσιάστηκε σε συνέντευξη του Μακρόν σε έξι ευρωπαϊκά μέσα, στόχευε στη χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς ώστε η Ευρώπη να μην μείνει πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Το σκεπτικό του Βερολίνου και η αντιπαράθεση για την ανταγωνιστικότητα
Ανώτερος Γερμανός αξιωματούχος, κοντά στον καγκελάριο και υπό καθεστώς ανωνυμίας, υποστήριξε ότι η συζήτηση για ευρωομόλογα «αποσπά από το πραγματικό διακύβευμα», το οποίο, κατά το Βερολίνο, είναι το διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας της Ευρώπης. Αναγνώρισε ότι «χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις», όμως τόνισε ότι ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034, το οποίο ήδη βρίσκεται σε διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών-μελών.
Η γερμανική θέση έρχεται λίγο πριν από την άτυπη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ σε κάστρο στο Βέλγιο, με κεντρικό θέμα την ανταγωνιστικότητα. Παρότι δεν αναμένονται άμεσα δεσμευτικές αποφάσεις, οι 27 ηγέτες επιδιώκουν να χαράξουν τις βασικές προτεραιότητες ενόψει της συνόδου κορυφής του Μαρτίου στις Βρυξέλλες.
Το Βερολίνο προτάσσει τρεις άξονες: εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, επιτάχυνση και πολλαπλασιασμό των εμπορικών συμφωνιών και δραστική μείωση της γραφειοκρατίας. Στο πεδίο αυτό, ο Μερτς απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τον Μακρόν, ο οποίος ευνοεί πιο προστατευτικές πολιτικές και παρεμβατική βιομηχανική στρατηγική. Αντίθετα, ο Γερμανός καγκελάριος εμφανίζεται να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, σχηματίζοντας έναν άξονα που πιέζει για απορρύθμιση και άνοιγμα αγορών.
Μάχη για τον προϋπολογισμό της ΕΕ και το κόστος του χρέους
Η γερμανική κυβέρνηση συνδέει την όποια συζήτηση για νέα χρηματοδοτικά εργαλεία με βαθιές μεταρρυθμίσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Όπως σημείωσε ο ίδιος αξιωματούχος, «δεν γίνεται να συνεχίσουμε όπως πριν, με τα δύο τρίτα του προϋπολογισμού να κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε δαπάνες κατανάλωσης για αγροτική πολιτική και συνοχή». Το μήνυμα προς τα κράτη-μέλη που ζητούν νέα χρήματα είναι σαφές: αν θέλουν φρέσκους πόρους, πρέπει να αποδεχθούν ανακατανομή και εξορθολογισμό των υφιστάμενων δαπανών.
Το Βερολίνο προειδοποιεί επιπλέον για τους κινδύνους υπερχρέωσης, με τον αξιωματούχο να τονίζει ότι «η ευρωπαϊκή υπερχρέωση δεν είναι χωρίς κόστος». Η θέση αυτή αναβιώνει παλαιότερες γερμανικές επιφυλάξεις απέναντι στην κοινή έκδοση χρέους, που είχαν προσωρινά καμφθεί μόνο στην περίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης μετά την πανδημία.
Η νέα σύγκρουση Μακρόν–Μερτς δεν είναι απλώς τεχνική διαφωνία για εργαλεία χρηματοδότησης, αλλά αντανάκλαση δύο διαφορετικών οραμάτων για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: από τη μία μια πιο ομοσπονδιακή προσέγγιση με κοινό χρέος και ενεργό βιομηχανική πολιτική, από την άλλη μια πιο φιλελεύθερη, που δίνει προτεραιότητα στην ενιαία αγορά, στο εμπόριο και στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Σχόλιο
: Η σκληρή αντίδραση του Βερολίνου δείχνει ότι η εποχή των «έκτακτων» κοινών εκδόσεων χρέους τύπου Ταμείου Ανάκαμψης δύσκολα θα επαναληφθεί χωρίς βαθύ παζάρι για τον ίδιο τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επωφελούνται από πόρους συνοχής αλλά χρειάζονται και επενδυτικά εργαλεία, η διαμάχη Μακρόν–Μερτς προμηνύει δύσκολες διαπραγματεύσεις, όπου η ανακατανομή κονδυλίων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμη με το ύψος των νέων χρηματοδοτήσεων.






