Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καλεί την Κίνα να περιορίσει σημαντικά τις κρατικές επιδοτήσεις στη βιομηχανία, προειδοποιώντας για υπερπαραγωγή και στρεβλώσεις στο διεθνές εμπόριο. Η εξάρτηση του Πεκίνου από τις εξαγωγές εντείνει τις ανησυχίες για νέα κύματα γεωοικονομικών εντάσεων.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στέλνει σαφές μήνυμα προς το Πεκίνο, ζητώντας τη δραστική μείωση της κρατικής στήριξης προς τη βιομηχανία, σε μια συγκυρία όπου η κινεζική υπερπαραγωγή βρίσκεται στο επίκεντρο των παγκόσμιων ανησυχιών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ταμείου, η Κίνα δαπανά περίπου το 4% του ΑΕΠ της σε επιδοτήσεις εταιρειών σε κρίσιμους κλάδους, με το ΔΝΤ να εισηγείται τη μείωση του ποσοστού κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Υπερπαραγωγή, στρεβλώσεις και εξάρτηση από τις εξαγωγές
Η παρέμβαση του ΔΝΤ δεν περιορίζεται σε μια τεχνικού τύπου σύσταση δημοσιονομικής εξυγίανσης. Το Ταμείο προειδοποιεί ότι οι βιομηχανικές πολιτικές του Πεκίνου δημιουργούν «διεθνείς επιδράσεις και πιέσεις», καθώς η συνδυασμένη επίδραση της γενναιόδωρης κρατικής στήριξης και της αδύναμης εγχώριας ζήτησης ωθεί την Κίνα σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων ως βασική μηχανή ανάπτυξης.
Με άλλα λόγια, η κρατικά επιδοτούμενη παραγωγική ισχύς της Κίνας δεν απορροφάται από την εσωτερική αγορά, αλλά κατευθύνεται προς το εξωτερικό, πιέζοντας τιμές και περιθώρια κέρδους σε ανταγωνιστικές βιομηχανίες ανά τον κόσμο. Αυτό ενισχύει τις κατηγορίες περί «ντάμπινγκ» και πυροδοτεί κύματα προστατευτικών μέτρων από άλλες μεγάλες οικονομίες, με κίνδυνο κλιμάκωσης εμπορικών συγκρούσεων.
Το μήνυμα του ΔΝΤ και οι γεωοικονομικές προεκτάσεις
Η επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ για την Κίνα και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, Sonali Jain-Chandra, αναγνωρίζει ότι η βιομηχανική πολιτική του Πεκίνου έχει ενισχύσει την τεχνολογική καινοτομία σε ορισμένους κλάδους. Ωστόσο, όπως τονίζει, ο συνολικός αντίκτυπος στην κινεζική οικονομία αξιολογείται ως αρνητικός, κάνοντας λόγο για «κακή κατανομή πόρων» και «υπερβολικές δαπάνες».
Η κριτική αυτή αγγίζει τον πυρήνα του κινεζικού μοντέλου ανάπτυξης: την εκτεταμένη χρήση κρατικών εργαλείων – από επιδοτήσεις και φθηνή χρηματοδότηση μέχρι προνομιακή ρύθμιση – για την ανάδειξη «εθνικών πρωταθλητών» σε τομείς όπως η πράσινη ενέργεια, η αυτοκινητοβιομηχανία, τα ηλεκτρονικά και η υψηλή τεχνολογία. Για τους εμπορικούς εταίρους, αυτό μεταφράζεται σε συστημικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ των κινεζικών εταιρειών.
Η χρονική στιγμή της παρέμβασης δεν είναι τυχαία. Οι εμπορικές εντάσεις κλιμακώνονται, καθώς πολλές δυτικές οικονομίες επανεξετάζουν την έκθεσή τους στην κινεζική παραγωγική μηχανή και υιοθετούν πολιτικές «απο-εξάρτησης» ή «απο-διασύνδεσης» σε κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η προτροπή του ΔΝΤ για περιορισμό των επιδοτήσεων λειτουργεί και ως σήμα προς τις αγορές ότι οι σημερινές ισορροπίες στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή δεν είναι βιώσιμες.
Η στάση του Πεκίνου απέναντι στις συστάσεις του Ταμείου θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη για το κατά πόσο η Κίνα είναι διατεθειμένη να αναπροσαρμόσει το αναπτυξιακό της μοντέλο, μειώνοντας την εξάρτηση από τις εξαγωγές και ενισχύοντας την εγχώρια ζήτηση, ή αν θα επιμείνει σε μια στρατηγική επιθετικής βιομηχανικής επέκτασης που θα τροφοδοτεί νέους γύρους γεωοικονομικής αντιπαράθεσης.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση του ΔΝΤ δεν στοχεύει μόνο στη δημοσιονομική εξυγίανση της Κίνας, αλλά ουσιαστικά αμφισβητεί το κρατικο-καθοδηγούμενο βιομηχανικό της μοντέλο. Για την παγκόσμια οικονομία, το διακύβευμα είναι αν θα υπάρξει σταδιακή εξομάλυνση των ανισορροπιών ή αν η σύγκρουση γύρω από τις επιδοτήσεις θα εξελιχθεί σε κεντρικό μέτωπο ενός νέου εμπορικού πολέμου.






