ΕΕΤ: Γιατί δεν θεωρεί υπερσυγκεντρωμένο τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο

Η Χαρούλα Απαλαγάκη υποστηρίζει ότι, παρά την κυριαρχία τεσσάρων συστημικών ομίλων, η Ελλάδα δεν εμφανίζει υπερσυγκέντρωση στον τραπεζικό κλάδο. Επικαλείται συγκρίσεις με την ευρωζώνη, το πλήθος αδειοδοτημένων ιδρυμάτων και τον ρόλο των καταθέσεων στην εποχή του ψηφιακού ευρώ.

Σαφές μήνυμα ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος δεν λειτουργεί ως «κλειστό ολιγοπώλιο» επιχείρησε να στείλει η Acting Γενική Διευθύντρια της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), Χαρούλα Απαλαγάκη, παρεμβαίνοντας στην Α’ Δημόσια Διαβούλευση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την κλαδική έρευνα στις τραπεζικές καταθέσεις. Η συζήτηση διεξάγεται σε ένα περιβάλλον αυξημένης δημόσιας κριτικής για τα περιθώρια επιτοκίων και τη δομή της αγοράς.

Συστημικές τράπεζες, μέγεθος αγοράς και ευρωπαϊκές συγκρίσεις

Η κ. Απαλαγάκη υπογράμμισε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, «δεν υπάρχει υπερσυγκέντρωση τραπεζικού κλάδου». Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), στην τραπεζοκεντρική οικονομία της ευρωζώνης εποπτεύονται άμεσα 112 Συστημικά Σημαντικά Πιστωτικά Ιδρύματα, με μερίδιο περίπου 85% του ενεργητικού στα 21 κράτη μέλη. Από αυτά, τέσσερα είναι ελληνικές συστημικές τράπεζες – με «προοπτική και για πέμπτη» όπως ανέφερε.

Σε πληθυσμιακή βάση, η Ελλάδα εμφανίζεται μάλιστα να έχει πυκνότερο δίκτυο συστημικών τραπεζών σε σχέση με άλλες χώρες του Νότου: στην Ιταλία αντιστοιχεί μία συστημική τράπεζα ανά 10 εκατ. κατοίκους, στην Ισπανία μία ανά 4 εκατ., ενώ στην Ελλάδα μία ανά περίπου 2,5 εκατ. κατοίκους. Επιπλέον, τα μερίδια αγοράς των τεσσάρων συστημικών ομίλων «παραμένουν περίπου τα ίδια από το 2013», χωρίς ενδείξεις περαιτέρω συγκέντρωσης.

Πέραν των συστημικών, στη χώρα λειτουργούν σήμερα 34 αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και τρεις συνεταιριστικές τράπεζες. Για τις συνεταιριστικές αναμένεται εντός του 2026 η κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών, γεγονός που, κατά την ΕΕΤ, θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε τοπικές αγορές.

Καταθέσεις, ψηφιακό ευρώ και τιμολόγηση επιτοκίων

Η κ. Απαλαγάκη στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο των καταθέσεων, τονίζοντας ότι οι ελληνικές τράπεζες συντηρούν περίπου 31 εκατ. καταθετικούς λογαριασμούς, με υψηλό διαχειριστικό κόστος. Πολλά από τα πολύ χαμηλά υπόλοιπα –όπως προκύπτει και από τα στοιχεία του ΤΕΚΕ με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 2024– διατηρούνται κυρίως για την κάλυψη καθημερινών συναλλαγών, εξέλιξη που θα αποκτήσει «πρακτική σημασία» στην εποχή του ψηφιακού ευρώ, το οποίο θα λειτουργεί ως wallet, με μηδενικό επιτόκιο και περιορισμένη αποταμιευτική χρήση.

Η ίδια υπενθύμισε τον ρόλο των τραπεζών ως κόμβων για κρίσιμες δημόσιες υποδομές – από την τροφοδοσία της πλατφόρμας «πόθεν έσχες» και του Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών έως το πρόσφατο Bancapp – υποστηρίζοντας ότι όλες αυτές οι υπηρεσίες επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος λειτουργίας.

Σε ό,τι αφορά την έντονη συζήτηση για τα επιτόκια, η Απαλαγάκη διαχώρισε σαφώς τις προθεσμιακές καταθέσεις από τις χορηγήσεις. Η προθεσμιακή, σημείωσε, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου με σταθερό επιτόκιο, που δεν μπορεί να μεταβληθεί για τη διάρκεια του συμβολαίου. Αντιθέτως, στις χορηγήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο –που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα– η προσαρμογή είναι άμεση στις κινήσεις της ΕΚΤ. Επομένως, «τα δύο μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα», ούτε ως προς την τιμολόγηση ούτε ως προς τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο από τράπεζα, καταθέτη και δανειολήπτη.

Η διαμόρφωση των επιτοκίων, είπε, είναι «πολυπαραγοντική» και καθορίζεται κυρίως από αντικειμενικούς παράγοντες: επιτόκια ΕΚΤ, συνθήκες αγορών, γεωπολιτικούς κινδύνους, συμπεριφορά αποταμιευτών και ευρωπαϊκές τάσεις. Με βάση συγκριτικούς πίνακες της ΕΕΤ για την περίοδο 2006‑2025, τα ελληνικά επιτόκια προθεσμιακών έως ενός έτους δεν υστερούν έναντι του μέσου όρου της ευρωζώνης.

Σχόλιο SBCTV : Η τοποθέτηση της ΕΕΤ επιχειρεί να απαντήσει στην κριτική περί ολιγοπωλίου με «σκληρά» εποπτικά και στατιστικά δεδομένα, την ώρα που η κοινωνική πίεση για υψηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις και χαμηλότερο κόστος δανεισμού εντείνεται. Το ζητούμενο πλέον είναι αν η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα αρκεστεί στο αφήγημα της σχετικής σύγκρισης με την ευρωζώνη ή αν θα εμβαθύνει σε πιο δομικά ζητήματα: τη λειτουργική εξάρτηση της οικονομίας από λίγους μεγάλους ομίλους, τη διαφάνεια στην τιμολόγηση και το κατά πόσο η ψηφιακή μετάβαση αξιοποιείται για πραγματική ενίσχυση του ανταγωνισμού προς όφελος νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

#Τράπεζες #ΕΕΤ #Καταθέσεις #Επιτόκια

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.