Οι ελληνικές εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνουν τον όγκο τους αλλά σε ολοένα χαμηλότερες τιμές μονάδας, εγκλωβίζοντας τις επιχειρήσεις σε μια στρατηγική κόστους. Τα γαλακτοκομικά, τα φάρμακα και τα τρόφιμα παραμένουν «αιχμή του δόρατος», αλλά υπό έντονη πίεση τιμών σε μια αγορά που στρέφεται σε φθηνότερους προμηθευτές εκτός ΕΕ.
Η εικόνα των ελληνικών εξαγωγών προς το Ηνωμένο Βασίλειο στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2025 είναι διττή: σε απόλυτα μεγέθη μοιάζει ανθεκτική, σε όρους ποιότητας όμως –δηλαδή τιμής μονάδας– αποκαλύπτει μια ανησυχητική διολίσθηση. Σύμφωνα με την ανάλυση του γραφείου ΟΕΥ της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, η αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε σε 1,428 δισ. λίρες, με ήπια μείωση 3,27% σε σχέση με το 2024, ενώ ο όγκος εκτινάχθηκε στα 1,228 δισ. κιλά, αυξημένος κατά 11,06%.
Η απλή «μετάφραση» αυτών των μεγεθών σε τιμή ανά κιλό αποκαλύπτει την παγίδα: η μέση τιμή από 1,33 λίρες/κιλό το 2024 υποχώρησε σε 1,16 λίρες/κιλό το 2025. Πρόκειται για πτώση περίπου 13% μέσα σε έναν χρόνο, που σημαίνει ότι η Ελλάδα εξάγει περισσότερα προϊόντα, αλλά τα πουλά αισθητά φθηνότερα.
Πίεση τιμών σε όλο το εξαγωγικό καλάθι
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες κατηγορίες, αλλά διατρέχει σχεδόν οριζόντια το ελληνικό εξαγωγικό καλάθι. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά και το μέλι αναδείχθηκαν μεγάλοι κερδισμένοι σε επίπεδο όγκου και αξίας: η αξία τους αυξήθηκε κατά 42,55% στα περίπου 219 εκατ. λίρες, ενώ οι ποσότητες εκτινάχθηκαν κατά 54,29%.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την «ιστορία επιτυχίας», η ταχύτερη άνοδος του όγκου σε σχέση με την αξία σηματοδοτεί συμπίεση τιμών. Εμβληματικά προϊόντα όπως η φέτα, το γιαούρτι και το μέλι κερδίζουν ράφι και μερίδιο στη βρετανική αγορά, αλλά με υποχώρηση της μέσης τιμής από 3,52 σε 3,24 λίρες/κιλό στο εξεταζόμενο διάστημα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα φαρμακευτικά προϊόντα: οι εξαγόμενες ποσότητες αυξήθηκαν κατά 18,79%, αλλά η αξία των εξαγωγών μειώθηκε κατά 15,8%. Το ίδιο μοτίβο, έστω με ηπιότερη ένταση, καταγράφεται και σε βιομηχανικά προϊόντα όπως το αλουμίνιο και τα πλαστικά, όπου ο όγκος στηρίζει τον κύκλο εργασιών, αλλά με διαβρωμένα περιθώρια.
Στα παρασκευάσματα από λαχανικά, φρούτα, ξηρούς καρπούς και άλλα μέρη φυτών –τρίτη σημαντικότερη κατηγορία μετά γαλακτοκομικά και φάρμακα– η αξία αυξήθηκε οριακά κατά 1,57%, ενώ ο όγκος κατά 4,02%, επιβεβαιώνοντας την ίδια τάση. Στον αντίποδα, τα ορυκτά καύσιμα κατέγραψαν κατάρρευση εξαγωγών με πτώση άνω του 50% σε αξία και 36,74% σε όγκο.
Βρετανική στροφή εκτός ΕΕ και ελληνική «άμυνα»
Η υποχώρηση της τιμής μονάδας πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των δομικών αλλαγών της βρετανικής αγοράς. Με τον πληθωρισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο να ανεβαίνει στο 3,4% στο δωδεκάμηνο έως τον Δεκέμβριο, οι βρετανικές αλυσίδες και βιομηχανίες επιταχύνουν τη στροφή προς προμηθευτές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι εισαγωγές από τρίτες χώρες όπως η Ελβετία, ο Καναδάς, η Νότια Αφρική και οι ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 18,7% και πλέον αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 54% του συνόλου. Σε αυτό το ανταγωνιστικό περιβάλλον, η Ελλάδα υποχώρησε στην 47η θέση μεταξύ των προμηθευτών του Ηνωμένου Βασιλείου, από την 46η το 2024, ανταγωνιζόμενη πλέον όχι μόνο ευρωπαίους παραγωγούς, αλλά και χαμηλότερου κόστους εξαγωγείς από όλο τον κόσμο.
Η τιμή αναδεικνύεται έτσι σε βασικό όπλο για τη διατήρηση θέσης στο ράφι, οδηγώντας όμως σε μια στρατηγική «άμυνας» και όχι επιθετικής διείσδυσης με έμφαση στην προστιθέμενη αξία, το brand και την ποιότητα. Το ρίσκο είναι προφανές: η χώρα να παγιωθεί στη συνείδηση των αγοραστών ως προμηθευτής που κερδίζει με εκπτώσεις και όχι με διαφοροποίηση.
Το διμερές ισοζύγιο και οι προκλήσεις για την επόμενη μέρα
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές εισαγωγές βρετανικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 5,92% σε αξία, στα 863,712 εκατ. λίρες, με παράλληλη μείωση 4,43% στον όγκο. Η εξέλιξη αυτή βελτίωσε κατά 14,6% το παραδοσιακά ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ελλάδα, διατηρώντας την αξία του διμερούς εμπορίου στα 2,292 δισ. λίρες.
Για την ελληνική πλευρά, το μήνυμα είναι σαφές: η ποσοτική αύξηση των εξαγωγών δεν αρκεί όταν συνοδεύεται από διαρκή υποχώρηση της τιμής μονάδας. Χωρίς επένδυση σε επώνυμα προϊόντα, διαφοροποίηση, συμβόλαια μεγαλύτερης διάρκειας και ισχυρότερη παρουσία στις αλυσίδες λιανικής και HoReCa, ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστεί η εξαγωγική πολιτική σε έναν «αγώνα δρόμου προς τον πάτο» των τιμών.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία από τη βρετανική αγορά δείχνουν ότι το ελληνικό εξαγωγικό μοντέλο στηρίζεται υπερβολικά στο κόστος και όχι στην αξία. Αν η Ελλάδα δεν περάσει από το στάδιο του «φθηνού προμηθευτή» σε αυτό του ισχυρού brand με σταθερά περιθώρια κέρδους, η πρόσκαιρη αύξηση των ποσοτήτων κινδυνεύει να μετατραπεί σε μακροχρόνιο εγκλωβισμό σε χαμηλές τιμές και αδύναμη διαπραγματευτική θέση.






