Μια σειρά επεισοδίων με Αμερικανούς πρεσβευτές στην Ευρώπη πυροδοτεί εντάσεις και αμφισβητεί την παραδοσιακή διατλαντική διπλωματία. Πολιτικοί διορισμοί με έντονο ιδεολογικό φορτίο δοκιμάζουν την αντοχή των συμμαχιών.
Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύεται στην Ευρώπη από ένα νέο κύμα διπλωματικών τριβών. Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο πολιτικές αποφάσεις σε επίπεδο κορυφής, αλλά και η καθημερινή πρακτική μιας σειράς πρεσβευτών, που συχνά λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικοί «ακτιβιστές» παρά ως παραδοσιακοί διπλωμάτες.
Η υπόθεση Kushner στο Παρίσι: από ανάρτηση στο X σε διπλωματική κρίση
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Γαλλία, Τσαρλς Κούσνερ, πατέρας του γαμπρού του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ. Ο Αμερικανός διπλωμάτης αναδημοσίευσε στο X ανάρτηση της αμερικανικής κυβέρνησης για τον θάνατο ακροδεξιού ακτιβιστή στη Λυών, ένα γεγονός που έχει φορτιστεί έντονα από τη γαλλική άκρα δεξιά. Το Παρίσι θεώρησε την κίνηση ως απαράδεκτη παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας.
Το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας κάλεσε τον Κούσνερ για εξηγήσεις, αλλά εκείνος δεν παρουσιάστηκε στην πρώτη κλήση – κάτι εξαιρετικά σπάνιο μεταξύ στενών συμμάχων. Ο υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρότ προχώρησε σε περιορισμό της πρόσβασής του σε Γάλλους υπουργούς, πριν τελικά υπάρξει τηλεφωνική επικοινωνία. Η υπόθεση αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η χρήση των κοινωνικών δικτύων από πρεσβευτές μπορεί να εξελιχθεί σε θεσμική κρίση.
«Trumpian» ύφος σε Βέλγιο, Πολωνία, Λουξεμβούργο
Στο Βέλγιο, ο πρεσβευτής Μπιλ Γουάιτ δέχθηκε έντονη κριτική για τις παρεμβάσεις του στο X. Με κεφαλαία γράμματα και οξείες εκφράσεις ζήτησε να «σταματήσει η γελοία και αντισημιτική δίωξη» τριών θρησκευτικών στελεχών στην Αμβέρσα, παρεμβαίνοντας σε υπόθεση που αφορά την εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας περί περιτομής από μη ιατρούς. Παρά τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης να μην εμπλέκεται σε εσωτερικά θέματα, συνέχισε με προσωπικές επιθέσεις κατά του υπουργού Υγείας Φρανκ Βάντενμπρουκ και του ηγέτη του κόμματος Vooruit, Κόνερ Ρουσό, φτάνοντας μάλιστα να ανακοινώσει –και αργότερα να ανακαλέσει– ότι ο Ρουσό «δεν είναι ευπρόσδεκτος στις ΗΠΑ».
Στην Πολωνία, ο συντηρητικός σχολιαστής Τόμας Ρόουζ, πρεσβευτής του Τραμπ, έχει στοχοποιήσει επανειλημμένα την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ, ενώ δήλωνε ταυτόχρονα ότι η Πολωνία παραμένει «ο κορυφαίος ευρωπαίος σύμμαχος» της Ουάσιγκτον. Όταν ο πρόεδρος της κάτω Βουλής και ηγέτης της Νέας Αριστεράς, Βουοτζιμιέρζ Τσαρζάστι, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι «αποσταθεροποιεί» τους διεθνείς θεσμούς και απέρριψε τη συζήτηση περί Νόμπελ Ειρήνης, ο Ρόουζ ανακοίνωσε ότι διακόπτει την επικοινωνία μαζί του.
Στο Λουξεμβούργο, η υποψήφια πρέσβειρα Στέισι Φάινμπεργκ προκάλεσε αντιδράσεις ήδη από την ακρόαση έγκρισής της στη Γερουσία, λέγοντας ότι στόχος της είναι να «εκπαιδεύσει με ταπεινότητα» τη χώρα γύρω από τις «μοχθηρές» προθέσεις της Κίνας, σχολιάζοντας ότι «ο Εωσφόρος δεν εμφανίζεται σαν διάβολος». Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου απάντησε ότι δεν χρειάζεται «μαθήματα» ούτε από ΗΠΑ ούτε από Κίνα και ότι δεν είναι «υποτελής» κανενός.
Πολιτικοί διορισμοί, ιδεολογία και διάβρωση εμπιστοσύνης
Καθηγητές διεθνών σχέσεων επισημαίνουν ότι οι διπλωματικές θέσεις σε ευρωπαϊκές χώρες συχνά δίνονταν σε χρηματοδότες ή επιχειρηματίες, καθώς θεωρούνταν «άνετες» θέσεις. Η ιδιαιτερότητα της εποχής Τραμπ, όπως σημειώνει ο Andrew Gawthorpe (Πανεπιστήμιο Leiden), είναι ο έντονος ιδεολογικός χαρακτήρας: σχολιαστές, συγγενείς, πολιτικοί σύμμαχοι που «δεν ενδιαφέρονται για τους άγραφους κανόνες της διπλωματίας» και στοχεύουν περισσότερο στην ενίσχυση της εικόνας τους στα αμερικανικά συντηρητικά μέσα.
Ο καθηγητής Scott Lucas (Πανεπιστήμιο Δουβλίνου) υπογραμμίζει ότι στην «πραγματικότητα Τραμπ» η πολιτική πίστη υπερισχύει της εμπειρίας. Θεωρεί, για παράδειγμα, την άρνηση του Κούσνερ να εμφανιστεί στο γαλλικό ΥΠΕΞ ως «σκόπιμη προσβολή» και προειδοποιεί ότι αντί να αποδυναμώνουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τέτοιες κινήσεις μπορεί να τις ωθούν πιο κοντά μεταξύ τους.
Την ίδια στιγμή, κενές θέσεις όπως η πρεσβεία στο Βερολίνο –πάνω από έναν χρόνο μετά την επιστροφή του Τραμπ– δείχνουν ότι η χάραξη πολιτικής μετατοπίζεται από τους επαγγελματίες διπλωμάτες στον στενό πολιτικό κύκλο του προέδρου.
Σχόλιο
: Η «ερασιτεχνική διπλωματία» της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους, αλλά δομικός κίνδυνος για τη διατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Όταν οι πρεσβείες μετατρέπονται σε προεκτάσεις του εσωτερικού αμερικανικού πολιτικού παιχνιδιού, οι Ευρωπαίοι εταίροι αναγκάζονται να χτίσουν εναλλακτικά κανάλια συντονισμού – μεταξύ τους, αλλά και με άλλους παρόχους ασφάλειας. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πιο πολυκεντρική, αλλά και λιγότερο προβλέψιμη, Δύση.






