Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, Ευρωπαίοι ηγέτες ξεκαθάρισαν ότι το ΝΑΤΟ παραμένει ο κεντρικός πυλώνας αποτροπής, αλλά η ήπειρος χρειάζεται επειγόντως δική της συνεκτική στρατηγική άμυνας. Η αβεβαιότητα για τον ρόλο των ΗΠΑ ωθεί την ΕΕ σε επιτάχυνση εξοπλισμών, ενοποίηση αγορών και νέες συμμαχίες.
Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανέδειξε μια νέα, πιο ρεαλιστική ευρωπαϊκή αφήγηση: το ΝΑΤΟ παραμένει αναντικατάστατο, ιδίως ως προς την πυρηνική ομπρέλα, αλλά η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται πολιτικά και επιχειρησιακά στην αμερικανική βούληση όπως στο παρελθόν. Η συζήτηση μετατοπίζεται από το «αν» στο «πώς» της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας εντός της Συμμαχίας.
Αύξηση δαπανών και ανάγκη εξορθολογισμού
Η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική, Κάγια Κάλας, προειδοποίησε ότι η Ρωσία δεν στοχεύει μόνο στο Ντονμπάς, αλλά σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Υπενθύμισε ότι η Μόσχα ήδη χρησιμοποιεί κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές σε υποθαλάσσια καλώδια, ενεργειακό εκβιασμό και πυρηνική απειλή ως εργαλεία υβριδικού πολέμου. Σε αυτό το περιβάλλον, υπογράμμισε ότι «δεν είναι μόνο πόσα ξοδεύουμε, αλλά πώς τα ξοδεύουμε».
Τα στοιχεία δείχνουν εντυπωσιακή άνοδο: οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν το 2025 περίπου 381 δισ. ευρώ για άμυνα, έναντι 251 δισ. ευρώ το 2021, πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Παράλληλα, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τόνισε ότι η Ένωση κινητοποιεί έως και 800 δισ. ευρώ για επενδύσεις σε αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, drones και στρατιωτική κινητικότητα, επιμένοντας ότι «παραδίδουμε αποτελέσματα».
Ωστόσο, η Κάλας και άλλοι αξιωματούχοι αναγνώρισαν το δομικό πρόβλημα: υπερβολικά πολλά πρότυπα, κατακερματισμένα οπλικά συστήματα και εθνικά προγράμματα που αυξάνουν κόστος και χρόνους προμήθειας. Η προτεραιότητα πλέον είναι η ενοποίηση της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς και η κοινή προμήθεια, ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας και διαλειτουργικότητα.
Αμερικανική αβεβαιότητα και νέες συμμαχίες
Ο πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ και νυν υπουργός Οικονομικών της Νορβηγίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, παραδέχθηκε ότι οι πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς τους συμμάχους λειτούργησαν ως καταλύτης: οι Ευρωπαίοι και ο Καναδάς αυξάνουν πλέον «σημαντικά» τις δαπάνες τους. Η κριτική της Ουάσιγκτον, όπως είπε, δεν στρέφεται κατά του ΝΑΤΟ ως θεσμού, αλλά κατά των συμμάχων που δεν συνεισφέρουν επαρκώς.
Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων στο Μόναχο, η Ευρώπη προετοιμάζεται για σενάρια περιορισμένης αμερικανικής δέσμευσης. Ενδεικτικά, η φον ντερ Λάιεν μίλησε για νέες στενές συνεργασίες ασφαλείας με Νορβηγία, Ισλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδά, χωρίς να κατονομάσει τις ΗΠΑ ως «πλησιέστερο εταίρο».
Ταυτόχρονα, η ΕΕ επιδιώκει γεωοικονομική θωράκιση μέσω εμπορικών και παράλληλων συμφωνιών ασφαλείας με Ινδία, Mercosur και Αυστραλία. Αυτή η στρατηγική στοχεύει στη διαφοροποίηση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων και στη δημιουργία πλέγματος εταίρων που ενισχύουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις.
Όχι «ευρωπαϊκός στρατός», ναι σε ισχυρότερο πυλώνα εντός ΝΑΤΟ
Παρά τη συζήτηση για μεγαλύτερη αυτονομία, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι απέρριψαν την ιδέα ενός ενιαίου «ευρωπαϊκού στρατού» ως παράλληλης δομής προς το ΝΑΤΟ. Ο Εσθονός υπουργός Εξωτερικών Μάργκους Τσάχκνα τόνισε ότι η Συμμαχία είναι το λειτουργικό πλαίσιο με πραγματικά σχέδια, δεσμεύσεις και πρωτόκολλα, άρα δεν μπορεί να αντικατασταθεί.
Η πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μαρί-Άγκνες Στρακ-Τσίμερμαν, σημείωσε ότι όσο η Ευρώπη ενισχύει τις συμβατικές, κυβερνο- και κρίσιμες διαχειριστικές της δυνατότητες, τόσο πιο βιώσιμη γίνεται και η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, διότι «οι Αμερικανοί επίσης μας χρειάζονται». Ο Εσθονός υπουργός συμπύκνωσε το μήνυμα της Διάσκεψης: «Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια ισχυρότερη Ευρώπη· στην πραγματικότητα, εμείς χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη Ευρώπη. Και το Μόναχο έδειξε ότι η ήπειρος ξυπνά».
Σχόλιο
: Η ευρωπαϊκή συζήτηση μετακινείται από το θεωρητικό σύνθημα της «στρατηγικής αυτονομίας» σε σκληρές αποφάσεις για βιομηχανική ενοποίηση, κοινή χρηματοδότηση και πολιτικό ρίσκο. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επενδύουν ήδη μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ στην άμυνα, το διακύβευμα είναι αν η Ευρώπη θα καταφέρει να μετατρέψει τις αυξημένες δαπάνες σε πραγματική ισχύ και αποτροπή, αντί σε ακόμη έναν κύκλο κατακερματισμένων εξοπλισμών.






