Το βρετανικό Κοινοβούλιο απαιτεί τη δημοσιοποίηση κυβερνητικών εγγράφων για τον διορισμό του Andrew Mountbatten-Windsor ως εμπορικού απεσταλμένου. Η κίνηση συνδέεται με την υπόθεση Epstein και ανοίγει μέτωπο διαφάνειας απέναντι στο παλάτι και τον κρατικό μηχανισμό.
Σε μια κίνηση με βαρύ πολιτικό και θεσμικό συμβολισμό, οι Βρετανοί βουλευτές ενέκριναν ομόφωνα πρόταση που υποχρεώνει την κυβέρνηση να δώσει στη δημοσιότητα τους φακέλους για τον διορισμό του Andrew Mountbatten-Windsor ως ειδικού απεσταλμένου για το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις το 2001. Η υπόθεση διασταυρώνεται με τις έρευνες για το δίκτυο του Τζέφρι Έπσταϊν και επαναφέρει στο προσκήνιο τα όρια λογοδοσίας της βρετανικής ελίτ.
Η απόφαση της Βουλής και ο ρόλος της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση στήριξε πρόταση των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για έκδοση «humble address», ενός σπάνιου αλλά δεσμευτικού κοινοβουλευτικού εργαλείου που υποχρεώνει τους υπουργούς να καταθέσουν συγκεκριμένα έγγραφα. Τα προς δημοσιοποίηση αρχεία αφορούν τον διορισμό του Andrew το 2001, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών ελέγχου και αξιολόγησης (vetting) πριν αναλάβει τον ρόλο του «special representative for international trade and investment», τον οποίο διατήρησε έως το 2011.
Ο υφυπουργός Εμπορίου Sir Chris Bryant διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα συμμορφωθεί «το ταχύτερο δυνατόν», προειδοποίησε όμως ότι η εν εξελίξει αστυνομική έρευνα μπορεί να επιβραδύνει τη διαδικασία, καθώς πρέπει να αποφευχθεί κάθε κίνηση που θα μπορούσε να την υπονομεύσει. Υπογράμμισε ότι πολλά έγγραφα είναι περίπου 25 ετών, πιθανόν πολυάριθμα και σε έντυπη μορφή, κάτι που καθιστά τεχνικά σύνθετη τη συλλογή και επεξεργασία τους.
Σκιά Epstein και κατηγορίες για κατάχρηση δημόσιου ρόλου
Ο πρώην πρίγκιπας συνελήφθη πρόσφατα με την υποψία «παράβασης καθήκοντος σε δημόσιο αξίωμα» και αφέθηκε ελεύθερος εν αναμονή περαιτέρω ερευνών. Η αστυνομία εξετάζει καταγγελίες για τη σχέση του με τον εκλιπόντα καταδικασμένο δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων Τζέφρι Έπσταϊν, αλλά και ισχυρισμούς ότι διαβίβαζε εμπιστευτικά κυβερνητικά έγγραφα.
Σε αμερικανικά έγγραφα που ήρθαν πρόσφατα στο φως φέρεται να περιλαμβάνονται emails στα οποία ο Andrew προωθούσε αναφορές από ταξίδια του σε Βιετνάμ, Σιγκαπούρη και Κίνα προς τον Έπσταϊν το 2010, καθώς και πληροφορίες για επενδυτικές ευκαιρίες σε χρυσό και ουράνιο στο Αφγανιστάν. Ο ίδιος έχει αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία σε σχέση με τον Έπσταϊν και δεν απάντησε στα τελευταία αιτήματα σχολιασμού.
Πολιτική αυτοκριτική και θεσμική λογοδοσία
Ο Sir Chris Bryant μίλησε με σκληρή γλώσσα στη Βουλή, κάνοντας λόγο για θύματα «φρικτής κακοποίησης» που «διευκολύνθηκε από μια εκτεταμένη ομάδα αλαζόνων και προνομιούχων ατόμων» σε Βρετανία και αλλού. Κατηγόρησε όσους «έκλεισαν τα μάτια από απληστία ή δέος», λέγοντας ότι είναι «εξίσου συνένοχοι».
Ο επικεφαλής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Sir Ed Davey, ο οποίος ως υφυπουργός Εμπορίου το 2011 είχε υπερασπιστεί δημόσια τον Andrew ως «εξαιρετικό» απεσταλμένο και είχε απορρίψει τότε τις ανησυχίες ως «υπαινιγμούς», προχώρησε τώρα σε δημόσια συγγνώμη προς τα θύματα του Έπσταϊν, παραδεχόμενος ότι «δεν είχε πλήρη εικόνα» και ότι το Κοινοβούλιο δεν άσκησε επαρκή έλεγχο στη βασιλική οικογένεια.
Παράλληλα, η Επιτροπή Επιχειρήσεων και Εμπορίου της Βουλής, υπό τον βουλευτή των Εργατικών Liam Byrne, δήλωσε ότι κάθε θεσμική έρευνα για τον θεσμό των εμπορικών απεσταλμένων θα ξεκινήσει μόνο μετά την ολοκλήρωση των ποινικών διαδικασιών, αν και η συλλογή πληροφοριών αρχίζει άμεσα.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Andrew λειτουργεί ως stress test για τη βρετανική δημοκρατία: το Κοινοβούλιο χρησιμοποιεί τα πιο ισχυρά εργαλεία του για να επιβάλει διαφάνεια όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά και σε έναν θεσμό παραδοσιακά προστατευμένο από τον δημόσιο έλεγχο, τη μοναρχία. Η διακομματική στήριξη της δημοσιοποίησης φακέλων δείχνει ότι, υπό την πίεση σκανδάλων με παγκόσμια διάσταση όπως ο Έπσταϊν, τα όρια ανοχής απέναντι σε σύγκρουση συμφερόντων και κατάχρηση δημοσίου ρόλου στενεύουν. Για χώρες όπως η Ελλάδα, η βρετανική εμπειρία υπενθυμίζει τη σημασία ισχυρών κοινοβουλευτικών μηχανισμών ελέγχου, διαφάνειας σε διορισμούς με οικονομικό αντικείμενο και θεσμικής μνήμης που δεν αφήνει παλιές υποθέσεις να θάβονται σε αρχεία 25 ετών.






