Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου πραγματοποιεί έρευνες σε ακίνητα που συνδέονται με τον Πίτερ Μάντελσον, στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή κατάχρηση δημόσιου αξιώματος και διαρροή ευαίσθητων οικονομικών πληροφοριών προς τον Τζέφρι Έπσταϊν. Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοβαρή πολιτική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αμφισβήτηση της κρίσης της κυβέρνησης για τον ρόλο του πρώην υπουργού.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε ότι διεξάγει έρευνες σε ακίνητα που συνδέονται με τον πρώην υπουργό των Εργατικών, Πίτερ Μάντελσον, στο Γουίλτσαϊρ και στο Κάμντεν του βόρειου Λονδίνου. Οι έρευνες εντάσσονται στην ποινική διερεύνηση καταγγελιών για κατάχρηση δημόσιου αξιώματος, μετά από ισχυρισμούς ότι ο Μάντελσον μετέφερε ευαίσθητες, μη δημόσιες κυβερνητικές πληροφορίες στον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν.
Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο Μάντελσον δεν έχει συλληφθεί και ότι «οι έρευνες συνεχίζονται». Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το BBC, ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν έχει διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη και ότι δεν παρακινήθηκε από οικονομικό όφελος. Στο παρελθόν είχε εκφράσει «απερίφραστη» συγγνώμη προς τις γυναίκες και τα κορίτσια που υπέστησαν κακοποίηση από τον Έπσταϊν, αναγνωρίζοντας ότι η συνέχιση της σχέσης του μαζί του ήταν λανθασμένη.
Οι καταγγελίες για διαρροή οικονομικά ευαίσθητων πληροφοριών
Η υπόθεση αναζωπυρώθηκε μετά τη δημοσιοποίηση από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ μεγάλου όγκου εγγράφων, μεταξύ των οποίων και ηλεκτρονικά μηνύματα από και προς τον Έπσταϊν. Μηνύματα του 2008 φέρονται να δείχνουν τον τότε υπουργό Επιχειρήσεων στην κυβέρνηση Γκόρντον Μπράουν, Λόρδο Μάντελσον, να συζητά με τον Έπσταϊν σχέδια του βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών για έκτακτη φορολόγηση των μπόνους τραπεζικών στελεχών.
Άλλα e-mails φέρονται να υποδηλώνουν ότι ο Μάντελσον παρείχε στον Έπσταϊν εκ των προτέρων ενημέρωση για σχέδιο διάσωσης της τάξεως των 500 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στήριξη του ευρώ. Αν επιβεβαιωθούν, οι καταγγελίες εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για πιθανή αξιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών προς όφελος ιδιωτών και αγορών.
Μετά την έναρξη της έρευνας, εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι το Λονδίνο είναι έτοιμο να παράσχει «κάθε αναγκαία υποστήριξη και συνδρομή» στην αστυνομία. Ταυτόχρονα, η Ντάουνινγκ Στριτ δεσμεύτηκε να δώσει στη Βουλή έγγραφα που αφορούν τον διορισμό του Μάντελσον ως πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ, ανταποκρινόμενη σε έντονες πιέσεις βουλευτών των Εργατικών.
Πολιτική θύελλα και θεσμικές προεκτάσεις
Σύμφωνα με το BBC, ο όγκος των εγγράφων που ενδέχεται να δοθούν στη δημοσιότητα μπορεί να προσεγγίζει τις 100.000 σελίδες. Ο εκπρόσωπος του πρωθυπουργού έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση θα τα διαθέσει «το συντομότερο δυνατόν», ωστόσο βρίσκεται σε συνεννόηση με τη Μητροπολιτική Αστυνομία, η οποία προειδοποιεί ότι η δημοσιοποίηση «ορισμένων εγγράφων» θα μπορούσε να υπονομεύσει την εν εξελίξει έρευνα.
Η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει βαθιά ρωγμή στο πολιτικό σκηνικό. Ο πρωθυπουργός, σε δημόσια τοποθέτησή του, ζήτησε συγγνώμη από τα θύματα του Έπσταϊν, δηλώνοντας ότι «λυπάται που πίστεψε τα ψέματα του Μάντελσον». Βουλευτές των Εργατικών εκφράζουν οργή όχι μόνο για τις καταγγελλόμενες πράξεις του Λόρδου Μάντελσον, αλλά και για την απόφαση να του ανατεθεί ο ρόλος του πρεσβευτή.
Η ηγέτις των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοκ, χαρακτήρισε τη θέση του πρωθυπουργού «ανεπίδεκτη υπεράσπισης» και ζήτησε ψήφο δυσπιστίας. Υπό την πίεση των αποκαλύψεων και της πολιτικής θύελλας, ο Μάντελσον παραιτήθηκε από το Εργατικό Κόμμα την Κυριακή και, τρεις ημέρες αργότερα, αποσύρθηκε από τη Βουλή των Λόρδων.
Η υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς: από τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών και την επιρροή οικονομικών παραγόντων στην πολιτική, έως τη διαφάνεια στις κυβερνητικές τοποθετήσεις και τη λογοδοσία των κορυφαίων αξιωματούχων.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μάντελσον λειτουργεί ως καμπανάκι για όλες τις δυτικές δημοκρατίες: η στενή διασύνδεση πολιτικής, χρηματοοικονομικών αγορών και αμφιλεγόμενων προσώπων όπως ο Έπσταϊν αναδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η γραμμή μεταξύ νόμιμης πολιτικής επιρροής και θεσμικής διαφθοράς· η έκβαση της έρευνας θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την αξιοπιστία των βρετανικών μηχανισμών λογοδοσίας.






