Η κυβέρνηση Τραμπ υλοποιεί μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές συγκεντρώσεις των τελευταίων δεκαετιών κατά του Ιράν, με κόστος δισεκατομμυρίων. Η κλιμάκωση απειλεί να υπονομεύσει το αφήγημα «προσιτότητας» στο εσωτερικό και να πιέσει σκληρά τον αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό.
Η Ουάσιγκτον προχωρά σε μια εντυπωσιακή επίδειξη ισχύος στη Μέση Ανατολή, με τον Ντόναλντ Τραμπ να στοιχίζει αεροπλανοφόρα, μαχητικά και κατασκοπευτικά αεροσκάφη γύρω από το Ιράν, την ώρα που στο εσωτερικό υπόσχεται μείωση του κόστους ζωής για τους Αμερικανούς. Η αντίφαση μεταξύ της ρητορικής για «προσιτότητα» και του πανάκριβου στρατιωτικού εγχειρήματος είναι πλέον εμφανής.
Κλιμάκωση δυνάμεων και εκτόξευση κόστους
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή από τα τέλη Δεκεμβρίου έχει ήδη κοστίσει περί τα 350-370 εκατ. δολάρια, κυρίως λόγω της αναδιάταξης ναυτικών δυνάμεων και της επιμήκυνσης αποστολών. Στην περιοχή επιχειρούν πλέον 17 πολεμικά πλοία – σχεδόν το ένα τέταρτο των περίπου 68 αμερικανικών πλοίων που είναι αναπτυγμένα παγκοσμίως.
Το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford με τρεις συνοδευτικές αντιτορπιλικές φρεγάτες ξεπερνά ήδη το συνήθη κύκλο ανάπτυξης των επτά μηνών, ενώ και το USS Abraham Lincoln μετακινήθηκε από τον Ειρηνικό στον Κόλπο του Ομάν. Μόνο η συντήρηση και λειτουργία ενός αεροπλανοφόρου με την ομάδα κρούσης του κοστίζει περίπου 1 δισ. δολάρια ετησίως· κάθε παράταση και κάθε επιτάχυνση μετακινήσεων προσθέτει δεκάδες εκατομμύρια.
Η κλιμάκωση αυτή έρχεται αμέσως μετά την επιχείρηση του Πενταγώνου για την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, διπλασιάζοντας τη δημοσιονομική πίεση στον αμερικανικό στρατιωτικό προϋπολογισμό σε μια περίοδο που η κυβέρνηση διακηρύσσει προτεραιότητα στο εσωτερικό μέτωπο.
Πολιτικό ρίσκο και συνταγματικές ενστάσεις
Ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει για «ταχύτητα και βία» εάν αποτύχουν οι συνομιλίες με την Τεχεράνη για τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος, αφήνοντας ανοιχτό παράθυρο για επιθέσεις σε πυρηνικές και βαλλιστικές εγκαταστάσεις ήδη από το προσεχές δεκαήμερο. Ταυτόχρονα, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να συγχρονίσει το χρονοδιάγραμμα πιθανών πληγμάτων με την προεκλογική ατζέντα και την ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους, ώστε να διατηρήσει τον επικοινωνιακό έλεγχο.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, συγκρούεται με το αφήγημα οικονομικής ανακούφισης. Όπως επισημαίνει ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρούμπεν Γκαγιέγκο, βετεράνος του Ιράκ, «οι τιμές παραμένουν υψηλές, η ανεργία αυξάνεται και η κυβέρνηση επικεντρώνεται σε ξένους πολέμους που οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν συνδέουν με τα άμεσα συμφέροντά τους».
Παρά τις ενστάσεις, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της εκλογικής βάσης του Τραμπ στηρίζει στρατιωτική δράση κατά του Ιράν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Το Κογκρέσο, από την πλευρά του, εμφανίζεται απρόθυμο να μπλοκάρει τον πρόεδρο. Πρωτοβουλία των Ρο Κάνα και Τόμας Μάσι για να απαιτηθεί ρητή έγκριση του Κογκρέσου πριν από πλήγματα θεωρείται ότι δύσκολα θα συγκεντρώσει την αναγκαία πλειοψηφία, παρά τις συνταγματικές επιφυλάξεις που εγείρουν βουλευτές όπως ο Μάσι, ο οποίος υπενθυμίζει ότι τόσο ο πόλεμος στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράκ προηγήθηκαν από ψηφοφορία.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο μείγμα: υψηλό οικονομικό κόστος, κίνδυνος άμεσης σύγκρουσης με το Ιράν και πιθανές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις, την ώρα που η αμερικανική κοινωνία παραμένει πιεσμένη από την ακρίβεια.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια επιθετική εξωτερική πολιτική και την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλων δυνάμεων κατά του Ιράν, χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου ή πολιτική συναίνεση, αυξάνει τον κίνδυνο παρατεταμένης εμπλοκής με υψηλό οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος. Για τις αγορές ενέργειας και τους συμμάχους, η αβεβαιότητα γύρω από τον περαιτέρω ρόλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αποτελεί παράγοντα αστάθειας που θα ζυγίζει βαριά τους επόμενους μήνες.






