Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κηρύξει παράνομους τους περισσότερους δασμούς Τραμπ ανατρέπει τις ισορροπίες στο διατλαντικό εμπόριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται μεταξύ ανακούφισης και βαθιάς αβεβαιότητας για τη συμφωνία που υπέγραψε με την Ουάσιγκτον.
Η θεαματική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομους τους περισσότερους από τους δασμούς του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγει ένα νέο, εξαιρετικά ρευστό κεφάλαιο στις εμπορικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ οι Βρυξέλλες βλέπουν μια πιθανή ανάσχεση της μονομερούς δασμολογικής επιθετικότητας της Ουάσιγκτον, ταυτόχρονα διαπιστώνουν ότι το νομικό οπλοστάσιο του Λευκού Οίκου παραμένει πλούσιο και ευέλικτο.
Ανακούφιση στην Ευρώπη, αλλά χωρίς αυταπάτες
Η πρώτη αντίδραση των ευρωπαϊκών ηγεσιών ήταν προσεκτικά θετική. Ο Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας σε αγροτική έκθεση στο Παρίσι, χαιρέτισε την απόφαση ως απόδειξη ότι «στις δημοκρατίες υπάρχουν αντίβαρα στην εξουσία». Την ίδια ώρα, Παρίσι, Βερολίνο και Κομισιόν δηλώνουν ότι βρίσκονται σε στενή επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση, ζητώντας σαφείς διευκρινίσεις για τα επόμενα βήματα.
Η απόφαση πλήττει κυρίως τους δασμούς που είχαν επιβληθεί μέσω του International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), δηλαδή το βασικό εργαλείο της λεγόμενης πολιτικής «ανταποδοτικών δασμών» του Τραμπ. Ωστόσο, παραμένουν άθικτες οι στοχευμένες επιβαρύνσεις σε τομείς όπως χάλυβας, αλουμίνιο και αυτοκινητοβιομηχανία, οι οποίες έχουν επιβληθεί για λόγους «εθνικής ασφάλειας», καθώς και οι δασμοί σε κινεζικά προϊόντα βάσει του Section 301 του νόμου του 1974.
Επιπλέον, ο Τραμπ αντέδρασε στην απόφαση ανακοινώνοντας νέο, παγκόσμιο δασμό 15% με βάση το Section 122 του ίδιου νόμου, πάνω και πέρα από τις υφιστάμενες κλαδικές επιβαρύνσεις. Το μήνυμα προς τους εμπορικούς εταίρους είναι σαφές: η νομική βάση μπορεί να αλλάζει, αλλά η πρόθεση για διατήρηση υψηλών δασμών παραμένει.
Στον αέρα η εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ
Η μεγαλύτερη άμεση παρενέργεια για την Ευρώπη αφορά την εμπορική συμφωνία που επετεύχθη τον Ιούλιο του 2025, στον απόηχο των λεγόμενων «Liberation Day» δασμών. Η συμφωνία όριζε ενιαίο δασμό 15% για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ, ενώ η ΕΕ δεσμεύθηκε να μηδενίσει τους δασμούς σε όλα τα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα.
Η συμφωνία είχε ήδη πολιτικά τραύματα, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε παγώσει τη διαδικασία κύρωσης μετά τις απειλές Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας. Παρά ταύτα, η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου επρόκειτο να ψηφίσει για τη συμφωνία στις 24 Φεβρουαρίου, με την τελική έγκριση να αναμενόταν την άνοιξη. Πλέον, η ψηφοφορία τελεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση και έχει προγραμματιστεί έκτακτη συνεδρίαση τη Δευτέρα για επαναξιολόγηση της στρατηγικής.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου, Μπερντ Λάνγκε, μίλησε για πιθανό «τέλος της εποχής των απεριόριστων, αυθαίρετων δασμών», αλλά προειδοποίησε ότι απαιτείται προσεκτική ανάλυση των συνεπειών της απόφασης. Αναλυτές, όπως ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING, υπογραμμίζουν ότι, παρά το πλήγμα στο IEEPA, η αμερικανική κυβέρνηση διατηρεί «γεμάτη εργαλειοθήκη» άλλων νομικών βάσεων για δασμούς, κάτι που περιορίζει τα περιθώρια αντίδρασης των εταίρων.
Κλάδοι σε ομηρία και ανάγκη στρατηγικής απάντησης
Η γερμανική βιομηχανία, που έχει σημαντική έκθεση στην αμερικανική αγορά, αντέδρασε με προσεκτική ελπίδα. Η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI) χαρακτήρισε την απόφαση «ισχυρό σήμα υπέρ της πολυμερούς, κανόνα-βασιζόμενης εμπορικής τάξης», αλλά προειδοποίησε ότι η παρατεινόμενη αβεβαιότητα δυσκολεύει τον επιχειρηματικό προγραμματισμό. Ζητεί από ΕΕ και Βερολίνο να κινηθούν άμεσα προς την Ουάσιγκτον για ξεκάθαρο πλαίσιο γύρω από τη συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ.
Το Γερμανικό Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο (DIHK) επισημαίνει ότι, ακόμη και αν μέρος των δασμών ακυρωθεί, η κυβέρνηση Τραμπ διαθέτει άλλα μέσα για περιοριστικά μέτρα. Ειδικά κλάδοι όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα χημικά και τα φαρμακευτικά προϊόντα θεωρούνται πιθανοί στόχοι νέων ερευνών βάσει των Sections 301 και 232, με δασμούς που μπορεί να φτάσουν ή και να ξεπεράσουν τα σημερινά επίπεδα.
Για την Ευρώπη –και κατ’ επέκταση για χώρες όπως η Ελλάδα, με εξαγωγικές επιχειρήσεις σε τρόφιμα, φάρμακα και βιομηχανικά προϊόντα– το διακύβευμα είναι διττό: αφενός η διασφάλιση πρόσβασης σε μια τεράστια αγορά χωρίς διαρκείς νομικές ανατροπές, αφετέρου η ανάγκη διαφοροποίησης εμπορικών εταίρων ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από μια απρόβλεπτη Ουάσιγκτον.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΕ καλείται να αξιοποιήσει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου όχι ως αφορμή για εφησυχασμό, αλλά ως παράθυρο ευκαιρίας για επαναδιαπραγμάτευση πιο ισορροπημένων όρων και για επιτάχυνση εναλλακτικών εμπορικών συμφωνιών παγκοσμίως.
Σχόλιο
: Η απόφαση δεν ακυρώνει τον εμπορικό τραμπισμό, απλώς τον εξαναγκάζει σε πιο στοχευμένη, νομικά «εκλεπτυσμένη» μορφή. Για την ΕΕ, το πραγματικό τεστ δεν είναι η νομική μάχη στις ΗΠΑ, αλλά αν θα καταφέρει να μετατρέψει την τωρινή αβεβαιότητα σε μοχλό για μια πιο επιθετική, ενιαία βιομηχανική και εμπορική στρατηγική, αντί να αντιδρά αποσπασματικά σε κάθε κίνηση της Ουάσιγκτον.






