Μια νέα γενιά υπερ-πλούσιων και ψηφιακών «σταρ» της δεξιάς μετατοπίζει βίαια τα όρια του δημόσιου λόγου, κάνοντας τον ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία να μοιάζουν ξανά κοινωνικά αποδεκτά. Η συνάρθρωση πολιτικής ισχύος, social media και ακραίου λόγου δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον για τις μειονότητες στη Βρετανία και διεθνώς.
Το άρθρο του Τζόναθαν Φρίντλαντ στον Guardian περιγράφει μια ανησυχητική «επιστροφή» του ρατσισμού στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, με βασικούς επιταχυντές τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Έλον Μασκ και τον Βρετανό δισεκατομμυριούχο Τζιμ Ράτκλιφ. Δεν πρόκειται μόνο για μεμονωμένες δηλώσεις, αλλά για μια συνολική μετατόπιση του κλίματος, που κάνει τις πιο ακραίες απόψεις να μοιάζουν φυσιολογικές.
Οι υπερ-πλούσιοι ως πολιτικοί «νομιμοποιητές»
Ο Φρίντλαντ θυμίζει τη φράση ανώτερου τραπεζίτη μετά τη νίκη του Τραμπ στις εκλογές του 2024: «Νιώθω απελευθερωμένος… μπορούμε να λέμε ‘retard’ και ‘pussy’ χωρίς φόβο ότι θα ακυρωθούμε». Αυτή η «απελευθέρωση» δεν αφορά μόνο το σεξιστικό λεξιλόγιο· αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οι ελίτ μιλούν για γυναίκες, μετανάστες και μειονότητες.
Στη Βρετανία, ο σερ Τζιμ Ράτκλιφ, κάτοικος Μονακό με περιουσία που εκτιμάται σε περίπου 17 δισ. λίρες, κατηγόρησε πρόσφατα τους μετανάστες ότι έχουν «αποικίσει» τη χώρα. Παρότι μπέρδεψε ακόμη και τα βασικά δημογραφικά στοιχεία, η ρητορική του αποκαλύπτει κάτι κρίσιμο: η ξενοφοβία δεν είναι προϊόν οικονομικής ανασφάλειας των φτωχών, αλλά συχνά στάση των πιο εύπορων στρωμάτων. Έρευνα της Ipsos έδειξε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το πιο εύπορο 20% των ψηφοφόρων είναι εκείνο που αναφέρει συχνότερα τη μετανάστευση ως κορυφαίο πρόβλημα.
Ο Έλον Μασκ, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, στηρίζει ανοιχτά αντι-μεταναστευτικά κόμματα στην Ευρώπη και προωθεί μέσω της πλατφόρμας Χ (πρώην Twitter) ακραίες φωνές, όπως το κόμμα Advance UK, στο οποίο συμμετέχει ο Τόμι Ρόμπινσον και το οποίο ζητά απαγόρευση της ιθαγένειας για όσους γεννήθηκαν στο εξωτερικό και ουσιαστικά ενθάρρυνση της αποχώρησης των μεταναστών.
Η ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση και η κανονικοποίηση του μίσους
Τα στοιχεία είναι ανησυχητικά: στην Αγγλία και την Ουαλία καταγράφηκαν 116.000 εγκλήματα μίσους σε έναν χρόνο έως τον Μάρτιο του 2025, αυξημένα σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, με το 1/5 να περιλαμβάνει βία. Ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ έχει προειδοποιήσει για «άσχημο», σχεδόν 1970s-στυλ, ρατσισμό εναντίον εργαζομένων του NHS, σε σημείο που «να γίνεται κοινωνικά αποδεκτό να είσαι ρατσιστής».
Παράλληλα, ο δημόσιος διάλογος ολισθαίνει: συζητήσεις για το αν ο Ρίσι Σούνακ είναι «Άγγλος», δηλώσεις πολιτικών για γειτονιές όπου δεν βλέπουν «άλλο λευκό πρόσωπο», εμφανίσεις πρώην πρωθυπουργών σε εκπομπές με ακροδεξιούς σχολιαστές που θεωρούν ότι οι πολίτες από εθνοτικές μειονότητες δεν πρέπει να εκλέγονται βουλευτές. Στα social media, η χρήση ρατσιστικών χαρακτηρισμών κατά πολιτικών πρώτης γραμμής έχει γίνει σχεδόν ρουτίνα.
Η λογική της «οικονομίας της προσοχής» ωθεί τους ακροδεξιούς influencers σε ολοένα πιο ακραίες δηλώσεις. Ο Αμερικανός λευκός υπερασπιστής Νικ Φουέντες, αφού «εξαντλήθηκε» με τον αρνητισμό για το Ολοκαύτωμα, έφτασε να χαρακτηρίζει «νούμερο ένα πολιτικό εχθρό» τις γυναίκες, καλώντας τες να σταλούν σε «στρατόπεδα αναπαραγωγής». Τέτοιες φράσεις, που θα έπρεπε να είναι στο απόλυτο περιθώριο, ενισχύονται από παρουσιαστές όπως ο Τάκερ Κάρλσον και πλατφόρμες όπως το Χ.
Ο Φρίντλαντ σημειώνει ότι η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής συνωμοσιολογίας και ριζοσπαστικοποίησης μικρών αλλά φωνακλάδικων ομάδων, με το αντι-εμβολιαστικό κίνημα να λειτουργεί ως «πύλη εισόδου» σε ευρύτερες ακροδεξιές αφηγήσεις.
Μια κοινωνία που κινδυνεύει να «ξεμάθει» την ανεκτικότητα
Παρά τα σκοτεινά σημάδια, τα δεδομένα δείχνουν ότι η πλειονότητα των Βρετανών παραμένει υπέρ της πολυπολιτισμικότητας και της ανεκτικότητας. Όμως αυτή η επιτυχία οδήγησε σε εφησυχασμό: στην ψευδαίσθηση ότι ο ρατσισμός είναι πρόβλημα του παρελθόντος. Ο Σάντερ Κατβάλα, επικεφαλής του think tank British Future, μιλά για μια κοινωνία που «γυρίζει πίσω στον ρατσισμό», καταγράφοντας προσωπικά πολύ περισσότερες ρατσιστικές επιθέσεις το 2025 σε σχέση με το 2005.
Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι ο ρατσισμός και η προκατάληψη είναι «ελαφροί κοιμώμενοι»: δεν εξαφανίζονται, απλώς υποχωρούν προσωρινά. Χρειάζονται συνεχείς πολιτικές, θεσμικά «αναχώματα» και κοινωνική εγρήγορση για να παραμείνουν στο περιθώριο. Όταν όμως ισχυρές φιγούρες –πρόεδροι, δισεκατομμυριούχοι, ψηφιακοί μεγιστάνες– επιλέγουν να «σπάσουν τα φρένα» της ευπρέπειας, τότε οι παλιές προκαταλήψεις ξυπνούν με ορμή.
Σχόλιο
: Η ανάλυση του Guardian λειτουργεί ως προειδοποίηση και για την Ευρώπη και την Ελλάδα: όταν ο λόγος των ελίτ και των πλατφορμών γλιστρά προς την κανονικοποίηση του μίσους, η δημοκρατία αποδυναμώνεται εκ των έσω. Η απάντηση δεν είναι η σιωπή, αλλά η ενεργή υπεράσπιση θεσμών, ρύθμισης των πλατφορμών και κουλτούρας μηδενικής ανοχής στον ρατσιστικό λόγο, ακόμη κι όταν προέρχεται από τους ισχυρότερους.






