Η Ουάσινγκτον και τα Σκόπια συμφώνησαν σε πλαίσιο οικονομικής συνεργασίας που ανοίγει τον δρόμο για εισαγωγές αμερικανικού LNG στη Βόρεια Μακεδονία μέσω Ελλάδας, μόλις ολοκληρωθεί ο νέος αγωγός διασύνδεσης. Το έργο ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου και μειώνει την εξάρτηση των Δυτικών Βαλκανίων από το ρωσικό αέριο.
Η Βόρεια Μακεδονία ετοιμάζεται να αλλάξει ριζικά το ενεργειακό της μείγμα, καθώς νέα συμφωνία με τις ΗΠΑ προβλέπει ότι θα προμηθεύεται υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αμερικανικής προέλευσης μέσω της Ελλάδας. Η τροφοδοσία θα ξεκινήσει μόλις τεθεί σε λειτουργία ο υπό κατασκευή διασυνδετήριος αγωγός φυσικού αερίου Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας, που τοποθετείται χρονικά προς τα τέλη του 2027.
Ο αγωγός Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας και ο ρόλος της Ελλάδας
Ο νέος αγωγός θα έχει συνολικό μήκος 123 χιλιόμετρα και θα διασυνδέει τα εθνικά συστήματα μεταφοράς αερίου των δύο χωρών. Το ελληνικό τμήμα, μήκους 56 χιλιομέτρων, θα ξεκινά από τη Νέα Μεσημβρία στη Θεσσαλονίκη και θα καταλήγει στην περιοχή Ευζώνων–Γευγελής. Από εκεί θα συνεχίζει στο έδαφος της Βόρειας Μακεδονίας, με 67 χιλιόμετρα αγωγού έως το Νεγκότινο.
Η αρχική δυναμικότητα του αγωγού ορίζεται σε 1,5 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, με δυνατότητα διπλασιασμού στα 3 δισ. κυβικά μέτρα. Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μελέτες ώστε η υποδομή να είναι τεχνικά έτοιμη και για μελλοντική μεταφορά πράσινου υδρογόνου, στοιχείο που την καθιστά κρίσιμη για τη μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας.
Η Ελλάδα, μέσω των υφιστάμενων και υπό ανάπτυξη σταθμών LNG και FSRU, ενισχύει περαιτέρω τη θέση της ως ενεργειακή πύλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η νέα διασύνδεση προσθέτει ακόμη έναν κρίκο στην αρχιτεκτονική του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» φυσικού αερίου προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Αλλαγή ενεργειακού προσανατολισμού στα Σκόπια
Σήμερα η Βόρεια Μακεδονία καταναλώνει σχετικά μικρές ποσότητες φυσικού αερίου –περίπου 500.000 τόνους ετησίως– τις οποίες προμηθεύεται κυρίως από τη Ρωσία, μέσω αγωγού από τη Βουλγαρία. Η πρόσβαση σε αμερικανικό LNG, μέσω ελληνικών υποδομών, μειώνει τη μονομερή εξάρτηση και προσφέρει εναλλακτικές πηγές προμήθειας, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας και αναδιάταξης των ροών ενέργειας στην Ευρώπη.
Στο κείμενο της συμφωνίας αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Όσον αφορά τις ευκαιρίες στον ενεργειακό τομέα, οι ΗΠΑ και η Βόρεια Μακεδονία λαμβάνουν υπόψη την κατασκευή ενός σημαντικού νέου διασυνδετήριου αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Βόρειας Μακεδονίας και Ελλάδας, ο οποίος θα επιτρέψει στη Βόρεια Μακεδονία να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές πηγές, μεταξύ άλλων μέσω αγορών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ».
Εμπορικές παραχωρήσεις και πολιτικές προεκτάσεις
Η συμφωνία δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Προβλέπει τη διατήρηση δασμού 15% –όπως ορίστηκε με Εκτελεστικό Διάταγμα των ΗΠΑ τον Απρίλιο του 2025– για τα περισσότερα προϊόντα που εξάγει η Βόρεια Μακεδονία προς την αμερικανική αγορά. Αντίθετα, τα Σκόπια δεσμεύονται να καταργήσουν τους τελωνειακούς δασμούς για όλα τα βιομηχανικά και γεωργικά προϊόντα των ΗΠΑ που εισάγονται στη χώρα.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Βόρειας Μακεδονίας, Τίμτσο Μουτσούνσκι, τόνισε ότι «εναρμονίσαμε το κείμενο της κοινής δήλωσης και του πλαισίου Συμφωνίας για δίκαιες και ισορροπημένες εμπορικές συναλλαγές στη βάση της αμοιβαιότητας, ενισχύοντας έτσι τη διμερή οικονομική συνεργασία και επιτρέποντας τις “μακεδονικές” εταιρείες να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά».
Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της χώρας, οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ το 2024 ανήλθαν σε 118 εκατ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 196 εκατ. δολάρια, αποτυπώνοντας ήδη μια σημαντική –αν και περιορισμένη σε απόλυτα μεγέθη– εμπορική σχέση.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, Χρίστιαν Μίτσκοσκι, εμφανίζεται ως υποστηρικτής των πολιτικών του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στοιχείο που προσδίδει και μια διάσταση πολιτικής εγγύτητας στην εμβάθυνση των διμερών σχέσεων.
Σχόλιο
: Η συμφωνία αναβαθμίζει στρατηγικά τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου για τα Δυτικά Βαλκάνια, ενισχύει την αμερικανική παρουσία στην περιφερειακή αγορά φυσικού αερίου και περιορίζει σταδιακά το ρωσικό αποτύπωμα στην περιοχή, ενώ για τη Βόρεια Μακεδονία συνιστά ταυτόχρονα ενεργειακή ασφάλεια και βαθύτερη οικονομική πρόσδεση με την Ουάσινγκτον.






