Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν ετοιμάζονται να καθίσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την Παρασκευή στο Ομάν, μετά από εβδομάδες σκληρής ρητορικής και απειλών. Διαμεσολαβητές από Κατάρ, Τουρκία και Αίγυπτο έχουν ήδη καταρτίσει πλαίσιο αρχών που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης.
Σε μια ιδιαίτερα τεταμένη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν συμφώνησαν να ξεκινήσουν συνομιλίες στο Ομάν την Παρασκευή, με αντικείμενο το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και το καθεστώς των αμερικανικών κυρώσεων. Η συνάντηση έρχεται μετά από μια περίοδο κλιμακούμενων απειλών και δημόσιων προειδοποιήσεων, που αναζωπύρωσαν τους φόβους για ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή.
Πλαίσιο διαμεσολάβησης και στόχοι της συνάντησης
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Al Jazeera, διαμεσολαβητές από το Κατάρ, την Τουρκία και την Αίγυπτο εργάστηκαν τις προηγούμενες ημέρες για να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο βασικών αρχών, το οποίο έχει ήδη παρουσιαστεί και στις δύο πλευρές. Το πλαίσιο αυτό δεν συνιστά τελική συμφωνία, αλλά λειτουργεί ως «σκελετός» για τις συζητήσεις, επιδιώκοντας να ορίσει τα σημεία σύγκλισης και τις κόκκινες γραμμές.
Κεντρικά ζητήματα αναμένεται να είναι το εύρος και η εποπτεία του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, καθώς και οι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις που έχουν επιβαρύνει σημαντικά την ιρανική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Η Τεχεράνη επιδιώκει ουσιαστική χαλάρωση των περιορισμών στην ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα και το διεθνές εμπόριο, ενώ η Ουάσιγκτον αναζητεί δεσμεύσεις για μη στρατιωτική χρήση του πυρηνικού προγράμματος και μη περαιτέρω κλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων.
Ρίσκα, προσδοκίες και γεωπολιτικές προεκτάσεις
Η επιλογή του Ομάν ως τόπου διεξαγωγής των συνομιλιών δεν είναι τυχαία. Το σουλτανάτο έχει μακρά παράδοση ήπιων σχέσεων τόσο με την Τεχεράνη όσο και με την Ουάσιγκτον και έχει στο παρελθόν λειτουργήσει ως δίαυλος μυστικής διπλωματίας. Η εμπλοκή τριών περιφερειακών παικτών –Κατάρ, Τουρκίας και Αιγύπτου– υπογραμμίζει την ανησυχία των γειτονικών χωρών για τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης, αλλά και την επιθυμία τους να έχουν λόγο στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας.
Παρά τη διπλωματική κινητικότητα, οι προσδοκίες παραμένουν συγκρατημένες. Η ένταση της ρητορικής των προηγούμενων εβδομάδων, οι αμοιβαίες καχυποψίες και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη περιορίζουν τον χώρο για θεαματικές παραχωρήσεις. Ωστόσο, ακόμη και μια περιορισμένη πρόοδος –όπως συμφωνία σε μηχανισμούς αποκλιμάκωσης ή σε ένα χρονοδιάγραμμα περαιτέρω συνομιλιών– θα θεωρηθεί σημαντικό βήμα, καθώς μειώνει τον κίνδυνο στρατιωτικής αναμέτρησης με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές ενέργειας.
Για την Ευρώπη και, κατ’ επέκταση, για χώρες όπως η Ελλάδα, η έκβαση των συνομιλιών συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια και τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε ένδειξη σταθεροποίησης στη σχέση ΗΠΑ–Ιράν αποτιμάται θετικά από τις αγορές, ενώ αντίθετα μια αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να αναζωπυρώσει την αστάθεια και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σχόλιο
: Η επανέναρξη διαλόγου ΗΠΑ–Ιράν στο Ομάν δεν εγγυάται συμφωνία, αλλά σηματοδοτεί ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν το κόστος της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Για τις διεθνείς αγορές και ειδικά για τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας, ακόμη και μια μερική αποκλιμάκωση θα λειτουργήσει ως «ανάσα» σε ένα ήδη εύθραυστο παγκόσμιο περιβάλλον.






