Ο υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ εκτιμά ότι, παρά την ακύρωση δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα έσοδα από δασμούς θα μείνουν ουσιαστικά αμετάβλητα το 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ σχεδιάζει να αξιοποιήσει άλλα νομικά εργαλεία για να στηρίξει τη νέα της δασμολογική στρατηγική.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να ανασυντάξει τη δασμολογική της πολιτική μετά την απόφαση-σταθμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε παράνομους συγκεκριμένους δασμούς που είχαν επιβληθεί με επίκληση νόμου για εθνικές έκτακτες καταστάσεις. Σύμφωνα με τον υφυπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, οι υπηρεσίες του υπουργείου εκτιμούν ότι, παρά τις αλλαγές στο νομικό πλαίσιο, τα έσοδα από δασμούς θα παραμείνουν «ουσιαστικά αμετάβλητα» το 2026.
Νέα νομική βάση για τη δασμολογική πολιτική
Στο κείμενο της ομιλίας του ενώπιον της Οικονομικής Λέσχης του Ντάλας, ο Μπέσεντ εξηγεί ότι ο Λευκός Οίκος προσανατολίζεται στην ενεργοποίηση άλλων διατάξεων της αμερικανικής νομοθεσίας προκειμένου να διατηρήσει και να αναδιαμορφώσει το δασμολογικό οπλοστάσιο της χώρας. Ειδικότερα, αναφέρεται στα Άρθρα 232 και 301, τα οποία επιτρέπουν στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς ή περιορισμούς στις εισαγωγές και, όπως σημειώνει, «έχουν επικυρωθεί χιλιάδες φορές από τα δικαστήρια».
Ο Μπέσεντ προσθέτει ότι οι εκτιμήσεις του υπουργείου βασίζονται στη χρήση του Άρθρου 122, σε συνδυασμό με ένα «δυνητικά ενισχυμένο» Άρθρο 232 και το Άρθρο 301 του Νόμου Επέκτασης του Εμπορίου του 1962. Αυτό το νομικό μίγμα, σύμφωνα με τον ίδιο, θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να αναπληρώσει τα έσοδα που απειλούνται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διατηρώντας τα συνολικά έσοδα από δασμούς το 2026 σε επίπεδα παρόμοια με τα σημερινά.
Η εθνική ασφάλεια ως εργαλείο εμπορικής πολιτικής
Κεντρικό ρόλο στην προσέγγιση της Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαδραματίζει το Άρθρο 232, το οποίο προβλέπει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να περιορίζει τις εισαγωγές όταν το υπουργείο Εμπορίου κρίνει ότι αυτές απειλούν την εθνική ασφάλεια. Με βάση αυτή τη διάταξη, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιβάλει κατά την πρώτη θητεία του δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο σχεδόν σε όλους τους βασικούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Η επαναφορά και ενίσχυση της χρήσης του Άρθρου 232, σε συνδυασμό με το Άρθρο 301 που αφορά αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, υποδηλώνει ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να θωρακίσει νομικά τις επόμενες κινήσεις της, ώστε να αντέξουν σε δικαστικές προσφυγές. Παράλληλα, στέλνει μήνυμα στις αγορές ότι η δασμολογική πολιτική δεν θα οδηγήσει σε σημαντική απώλεια δημοσίων εσόδων, στοιχείο κρίσιμο για τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιολόγηση των αμερικανικών ομολόγων.
Σε διεθνές επίπεδο, η επιλογή αυτής της στρατηγικής προμηνύει νέες εντάσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, ιδίως με χώρες που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των αμερικανικών δασμών σε τομείς όπως τα μέταλλα, η αυτοκινητοβιομηχανία και η υψηλή τεχνολογία. Για την Ευρώπη και άλλους μεγάλους εταίρους, η επιμονή των ΗΠΑ στη χρήση εργαλείων που συνδέουν την εθνική ασφάλεια με το εμπόριο δημιουργεί ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας, με πιθανές αλυσιδωτές αντιδράσεις σε επενδύσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες και τιμές πρώτων υλών.
Σχόλιο
: Η Ουάσινγκτον δείχνει ότι δεν υποχωρεί στη στρατηγική των δασμών, αλλά την επανασχεδιάζει με πιο στιβαρή νομική βάση. Η διαβεβαίωση περί σταθερών εσόδων στοχεύει στις αγορές, όμως για τους εμπορικούς εταίρους σημαίνει παράταση της αβεβαιότητας και κίνδυνο κλιμάκωσης εμπορικών συγκρούσεων, με σημαντικές παρενέργειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις τιμές πρώτων υλών.






