Οι εμπορικοί δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ, κάποτε σήμα κατατεθέν της οικονομικής του ατζέντας, μετατρέπονται σταδιακά σε στόχο κριτικής και από τα δύο μεγάλα κόμματα στις ΗΠΑ. Πίσω από τη ρητορική, ωστόσο, παραμένει ένα περίπλοκο πλέγμα πολιτικών κινήτρων, γεωπολιτικών ανησυχιών και πιέσεων από επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Η συζήτηση γύρω από την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, και ειδικότερα τους δασμούς που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ σε Κίνα, Ευρώπη και άλλους εμπορικούς εταίρους, αποκτά ολοένα και πιο έντονο διακομματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με ανάλυση της Financial Times, το πλαίσιο είναι σαφές: η κριτική στους δασμούς δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό «άθλημα» των Δημοκρατικών, αλλά κερδίζει έδαφος και σε τμήματα των Ρεπουμπλικανών.
Από «America First» σε ακριβότερο καλάθι νοικοκυριού
Οι δασμοί της περιόδου Τραμπ παρουσιάστηκαν ως εργαλείο επαναφοράς βιομηχανικών θέσεων εργασίας και ανάσχεσης της ανόδου της Κίνας. Στην πράξη, όμως, σημαντικό μέρος του κόστους μετακυλίστηκε στους Αμερικανούς καταναλωτές και στις επιχειρήσεις που εισάγουν ενδιάμεσα αγαθά για την παραγωγή τους. Αυτό έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη δυσαρέσκεια από τον επιχειρηματικό κόσμο και αγροτικές περιοχές που εξαρτώνται από τις εξαγωγές.
Σε ένα περιβάλλον επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, η συζήτηση για το κατά πόσο οι δασμοί επιβαρύνουν το κόστος ζωής γίνεται πιο οξεία. Βουλευτές και γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα δέχονται πιέσεις από τοπικούς παραγωγούς, λιανεμπόρους και βιομηχανίες που ζητούν πιο προβλέψιμο και λιγότερο τιμωρητικό πλαίσιο στο διεθνές εμπόριο.
Διακομματική κριτική, διαφορετικά κίνητρα
Η σταδιακή μετατροπή της κριτικής στους δασμούς σε «διακομματικό σπορ» δεν σημαίνει ότι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί συγκλίνουν σε μια κοινή στρατηγική. Για πολλούς Δημοκρατικούς, το ζήτημα συνδέεται με την προστασία του καταναλωτή, τη σταθερότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και την ανάγκη πολυμερούς συνεννόησης με συμμάχους. Για τμήμα των Ρεπουμπλικανών, η ένσταση εστιάζει περισσότερο στην παραδοσιακή τους προσήλωση στο ελεύθερο εμπόριο και στον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης στην αγορά.
Ταυτόχρονα, κανένα μεγάλο κόμμα δεν επιθυμεί να εμφανιστεί «αδύναμο» απέναντι στην Κίνα. Έτσι, ακόμη και όσοι ασκούν κριτική στους δασμούς, συχνά προτείνουν στοχευμένες προσαρμογές και όχι πλήρη άρση τους, διατηρώντας ένα σκληρό πλαίσιο απέναντι στο Πεκίνο, αλλά με λιγότερες παράπλευρες απώλειες για συμμάχους και εγχώριους κλάδους.
Τι σημαίνει για τις αγορές και τους εταίρους των ΗΠΑ
Για την Ευρώπη και άλλους εμπορικούς εταίρους, η διακομματική αμφισβήτηση της πολιτικής δασμών στην Ουάσιγκτον αποτελεί πηγή μεν ελπίδας για πιο σταθερές εμπορικές σχέσεις, αλλά και αβεβαιότητας. Ακόμη κι αν υπάρξει χαλάρωση μέρους των μέτρων, η δομική στροφή των ΗΠΑ προς έναν πιο «στρατηγικό προστατευτισμό» –με έμφαση στην εθνική ασφάλεια, την τεχνολογία και τις κρίσιμες πρώτες ύλες– δύσκολα θα αντιστραφεί πλήρως.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή έχει έμμεσες αλλά υπαρκτές συνέπειες: από τις προοπτικές των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ, μέχρι τη διαμόρφωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας στις οποίες συμμετέχουν ελληνικές επιχειρήσεις. Η κατεύθυνση της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής παραμένει κρίσιμος παράγοντας αστάθειας για το διεθνές εμπόριο και τις επενδυτικές αποφάσεις.
Σχόλιο
: Η σταδιακή αποδόμηση των δασμών Τραμπ σε διακομματικό επίπεδο δείχνει ότι το πολιτικό κόστος του προστατευτισμού γίνεται πλέον ορατό, χωρίς όμως να προμηνύει επιστροφή στο παλιό, «αθώο» ελεύθερο εμπόριο. Οι αγορές και οι εξαγωγικές οικονομίες πρέπει να προετοιμαστούν για μια μακρά περίοδο υβριδικής εμπορικής πολιτικής, όπου η γεωπολιτική θα υπερισχύει της οικονομικής ορθοδοξίας.






