Η πρώτη πλήρης ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ για την κατάσταση του έθνους επαναφέρει στο προσκήνιο Ιράν, δασμούς και Ευρώπη. Παράλληλα, το Βερολίνο αναζητά νέα ισορροπία ανάμεσα σε Πεκίνο και Ουάσινγκτον.
Η πρώτη ουσιαστική ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ για την κατάσταση του έθνους, όπως αναλύεται στο «Berlin Playbook» του Politico, φωτίζει τρεις κομβικές εστίες έντασης για την Ευρώπη: το Ιράν, τους αμερικανικούς δασμούς και τον ρόλο της ΕΕ στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας και εμπορίου. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η παρέμβαση Τραμπ δεν είναι απλώς εσωτερικό πολιτικό γεγονός στις ΗΠΑ, αλλά βαρόμετρο για τις μελλοντικές πιέσεις σε ΝΑΤΟ, εμπόριο και κυρώσεις.
Ιράν, δασμοί και ευρωπαϊκό δίλημμα
Στο μέτωπο του Ιράν, ο Τραμπ επιχειρεί να επανακαθορίσει τη γραμμή των ΗΠΑ, με έμφαση στην αποτροπή και την πίεση μέσω κυρώσεων. Αυτό θέτει την Ευρώπη μπροστά σε ένα γνώριμο δίλημμα: είτε να ευθυγραμμιστεί πλήρως με την Ουάσινγκτον, θυσιάζοντας οικονομικά και διπλωματικά ανοίγματα προς την Τεχεράνη, είτε να αναζητήσει πιο αυτόνομη στάση, με κίνδυνο νέων τριβών στις διατλαντικές σχέσεις.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα είναι οι δασμοί. Η ρητορική Τραμπ για «δίκαιο εμπόριο» και προστασία της αμερικανικής βιομηχανίας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων μονομερών μέτρων σε βάρος ευρωπαϊκών προϊόντων. Για μια Γερμανία με εξαγωγικό μοντέλο και μια ΕΕ που προσπαθεί να θωρακίσει την ενιαία αγορά, η προοπτική νέου κύκλου δασμών σημαίνει αυξημένη αβεβαιότητα για βιομηχανία, αυτοκινητοπαραγωγούς και αγροτικά προϊόντα.
Βερολίνο ανάμεσα σε Πεκίνο και Ουάσινγκτον
Παράλληλα με την ομιλία Τραμπ, η γερμανική κυβέρνηση στρέφει το βλέμμα της στο Πεκίνο. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, σύμφωνα με την ανάλυση, κινείται σε τεντωμένο σχοινί μεταξύ «εταιρικής σχέσης, ανταγωνισμού και συστημικής αντιπαλότητας» με την Κίνα. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι περιορισμοί στις επενδύσεις, οι υποχρεωτικές κοινοπραξίες και ο εξαναγκαστικός τεχνολογικός μετασχηματισμός, που η Γερμανία θέλει να περιορίσει χωρίς να διαρρήξει τους οικονομικούς δεσμούς.
Η υφυπουργός και εντεταλμένη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις Γκίτα Κόννεμαν εξηγεί ότι το Βερολίνο επιδιώκει διάλογο, αλλά ταυτόχρονα ζητά ισχυρότερη προστασία από στρεβλώσεις και πιέσεις στις γερμανικές εταιρείες. Πρόκειται για κλασικό γερμανικό «realpolitik»: διατήρηση πρόσβασης στη κινεζική αγορά, αλλά με μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια εφοδιαστικών αλυσίδων και στρατηγικών τεχνολογιών.
Εσωτερική ασφάλεια και οικονομικό έγκλημα
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Γερμανίας, ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπεϊλ αξιοποιεί τη σπάνια ευκαιρία να προεδρεύσει στο υπουργικό συμβούλιο για να προωθήσει ένα πακέτο κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Κεντρικό εργαλείο είναι η δυνατότητα ταχύτερης δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων σε περιπτώσεις υποψίας για ξέπλυμα χρήματος, πριν την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών.
Η προσέγγιση αυτή, που συνδέει εσωτερική ασφάλεια και χρηματοπιστωτική διαφάνεια, ευθυγραμμίζεται με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές προσπάθειες να κλείσουν τα κενά που εκμεταλλεύονται εγκληματικά δίκτυα και διεφθαρμένα κεφάλαια. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με μακρά συζήτηση για το ξέπλυμα χρήματος και τις offshore, η γερμανική στροφή προς πιο επιθετικά εργαλεία αποτελεί ένδειξη ότι η ΕΕ θα κινηθεί συνολικά προς αυστηρότερο πλαίσιο.
Σχόλιο
: Η ομιλία Τραμπ λειτουργεί ως καταλύτης: επιταχύνει την ευρωπαϊκή συζήτηση για στρατηγική αυτονομία, τόσο έναντι των ΗΠΑ όσο και της Κίνας. Η Γερμανία δείχνει τον δρόμο για ένα πιο αμυντικό οικονομικό μοντέλο, με έμφαση στην προστασία τεχνολογίας, επενδύσεων και χρηματοπιστωτικής διαφάνειας. Το ερώτημα είναι αν η υπόλοιπη ΕΕ –και η Ελλάδα– θα κινηθούν με την ίδια ταχύτητα ή θα παραμείνουν αντιδραστικοί παρατηρητές σε μια ταχέως πολωμένη παγκόσμια τάξη.






