ΗΠΑ: Πώς το δόγμα «America First» του Τραμπ αναδιαμορφώνει τη διεθνή διπλωματία

Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ τοποθετεί τη στρατηγική «America First» στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με έμφαση στην ισχύ και την οικονομική πίεση. Από το ΝΑΤΟ έως τη Μέση Ανατολή και το Ιράν, ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να επανακαθορίσει τους κανόνες του παγκόσμιου παιχνιδιού.

Ένα χρόνο μετά τη δεύτερη εκλογή του, ο Ντόναλντ Τραμπ προβάλλεται –από τους υποστηρικτές του– ως ο αρχιτέκτονας ενός νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής, που επιδιώκει να επανατοποθετήσει τις ΗΠΑ στην κορυφή της διεθνούς ιεραρχίας ισχύος. Το δόγμα «America First» παρουσιάζεται όχι ως απομονωτισμός, αλλά ως σκληρή, συναλλακτική προσέγγιση, όπου κάθε κίνηση μετριέται με γνώμονα το άμεσο αμερικανικό συμφέρον.

Απόρριψη ΟΗΕ, επαναχάραξη συμμαχιών και στρατηγική ισχύος

Κεντρικό στοιχείο της νέας γραμμής είναι η υποβάθμιση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί αναποτελεσματικό, παγιδευμένο σε βέτο και εστία αντιαμερικανισμού. Αντί της πολυμέρειας, προκρίνεται ένα μίγμα διμερών και περιφερειακών σχημάτων, όπου η Ουάσινγκτον διαπραγματεύεται απευθείας, αξιοποιώντας τη διαφορά ισχύος.

Στο ΝΑΤΟ, η πίεση για «δίκαιο επιμερισμό βαρών» μεταφράζεται σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες από τους συμμάχους και σε αναδιάταξη υποχρεώσεων, με στόχο να περιοριστεί –σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο– η υπερέκθεση των ΗΠΑ. Παράλληλα, προβάλλεται ένα φιλόδοξο σχέδιο διπλασιασμού του αμυντικού προϋπολογισμού στο 6% του αμερικανικού ΑΕΠ, ως εργαλείο αποτροπής σε ένα περιβάλλον «ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων».

Η οικονομία εντάσσεται πλήρως στη φαρέτρα της εξωτερικής πολιτικής: δασμοί, εμπορικές συμφωνίες και περιορισμοί στις ενεργειακές ροές χρησιμοποιούνται ως μέσα πίεσης, από την προσπάθεια περιορισμού των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου έως την καταπολέμηση του παγκόσμιου εμπορίου ναρκωτικών. Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η απειλή ακόμη και στρατιωτικής κλιμάκωσης λειτούργησε, κατά την ανάλυση του αρθρογράφου, ως «μαξιμαλιστική θέση εκκίνησης» που οδήγησε σε συμφωνία στρατιωτικής και επενδυτικής εμβάθυνσης με τη Δανία και αποκλεισμό Κίνας και Ρωσίας.

Μέση Ανατολή, Ιράν και η λογική της περιφερειακής συναλλαγής

Η Μέση Ανατολή αναδεικνύεται στο κυριότερο πεδίο εφαρμογής του δόγματος. Η κυβέρνηση Τραμπ ενισχύει περαιτέρω τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και επενδύει στην εμβάθυνση των σχέσεων με αραβικά καθεστώτα, αξιοποιώντας τις Συμφωνίες του Αβραάμ ως πλατφόρμα για ευρύτερη περιφερειακή συνεργασία. Σε αντίθεση με την προηγούμενη κυβέρνηση Μπάιντεν, που είχε χαρακτηρίσει τη Σαουδική Αραβία «παρία», ο Τραμπ τη θεωρεί πυλώνα σταθερότητας και κεντρικό εταίρο.

Στο παλαιστινιακό, η προσέγγιση εστιάζει στην «οικονομική ειρήνη»: ανάπτυξη και επενδύσεις στη Γάζα ως θεμέλιο της σταθερότητας, μέσα από ένα τριφασικό, 20 σημείων σχέδιο και Peace Council, που, σύμφωνα με τον συντάκτη, επιχειρεί να συνδυάσει παλαιστινιακή αυτοδιοίκηση με τις ισραηλινές ανησυχίες ασφαλείας. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να κινητοποιήσει κεφάλαια και πολιτική στήριξη από Τουρκία και βασικούς αραβικούς παίκτες.

Η σκληρότερη γραμμή διατηρείται έναντι του Ιράν, το οποίο χαρακτηρίζεται πηγή περιφερειακής αποσταθεροποίησης, λόγω στήριξης ένοπλων proxies σε Υεμένη, Γάζα και Λίβανο και λόγω του πυρηνικού του προγράμματος. Ο Τραμπ εμφανίζεται διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει ξανά στρατιωτική ισχύ ή μια αυστηρά επαληθεύσιμη συμφωνία, με στόχο την «οριστική» εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής. Η λογική είναι ότι η ανάσχεση ή ακόμη και αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη θα άνοιγε χώρο για πιο φιλόδοξες διευθετήσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας μελλοντικής παλαιστινιακής κρατικής οντότητας.

Ένα δόγμα ισχύος με ιστορικές αναλογίες και αβέβαιο αποτύπωμα

Ο αρθρογράφος, Ρεπουμπλικανός στρατηγικός σύμβουλος, παρομοιάζει τον Τραμπ με έναν «Θεόδωρο Ρούζβελτ του 21ου αιώνα», που «βάζει την Αμερική πρώτη και κρατά μεγάλο ραβδί». Κατά την άποψή του, η συνταγή συνδυάζει άνευ προηγουμένου ενίσχυση της άμυνας, επαναδιαπραγμάτευση εμπορικών σχέσεων και σκληρή αλλά πιστή στήριξη συμμάχων, με απτό –κατά τους υποστηρικτές– στρατηγικό όφελος.

Την ίδια στιγμή, οι επικριτές διεθνώς προειδοποιούν ότι η υποκατάσταση της πολυμέρειας από διμερείς συναλλαγές και η διαρκής χρήση κυρώσεων και στρατιωτικών απειλών μπορεί να διαβρώσουν θεσμούς, να ενισχύσουν την αβεβαιότητα και να καταστήσουν τις συμμαχίες περισσότερο εργαλειακές και λιγότερο σταθερές.

Σχόλιο SBCTV : Το δόγμα «America First» όπως περιγράφεται, ενισχύει βραχυπρόθεσμα τη διαπραγματευτική ισχύ των ΗΠΑ, αλλά βαθαίνει τη ρήξη με τη λογική της θεσμικής πολυμέρειας από την οποία επωφελήθηκε η Δύση επί δεκαετίες. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα ειδικότερα– αυτό σημαίνει λιγότερη προβλεψιμότητα στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και μεγαλύτερη ανάγκη για αυτόνομη στρατηγική σκέψη, τόσο στην άμυνα όσο και στην ενέργεια και το εμπόριο.

#Trump #AmericaFirst #ΗΠΑ #ΝΑΤΟ #ΜέσηΑνατολή #Ιράν

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.