Η Ελλάδα παραμένει σταθερά μέσα στους βασικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς για ταξιδιώτες μεγάλων αποστάσεων από Κίνα, Αμερική, Βραζιλία, Αυστραλία και Ασία, παρά τη γενικευμένη επιφυλακτικότητα για long-haul ταξίδια το 2026. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εξακολουθεί να θεωρείται η πιο ασφαλής ήπειρος, στοιχείο που λειτουργεί ως κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει σημαντική δυναμική στη διεθνή τουριστική σκακιέρα για το 2026, καθώς περιλαμβάνεται στους βασικούς προορισμούς που εξετάζουν οι ταξιδιώτες μεγάλων αποστάσεων με κατεύθυνση την Ευρώπη. Σύμφωνα με τον δείκτη Long-Haul Travel Barometer 1/2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταξιδίων (European Travel Commission – ETC), το 11% των long-haul ταξιδιωτών δηλώνει ότι σκοπεύει να επισκεφθεί τη χώρα μας στο πλαίσιο ταξιδιού στην Γηραιά Ήπειρο μέχρι τον Απρίλιο.
Η έρευνα καλύπτει τουρίστες από Κίνα, Βραζιλία, Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ, Ιαπωνία και Νότια Κορέα, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά στο ραντάρ των υπερπόντιων αγορών, παρά το πιο συγκρατημένο κλίμα για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων.
Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό
Η εικόνα των προτιμήσεων δείχνει ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί πολυ-προορισμό: το 74% των ερωτηθέντων σχεδιάζει να επισκεφθεί περισσότερες από μία χώρες στο ίδιο ταξίδι. Στην κορυφή των επιλογών βρίσκονται η Γαλλία (39%), η Ιταλία (31%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (25%), με Γερμανία (24%) και Ισπανία (22%) να συμπληρώνουν την πεντάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το 11% για την Ελλάδα, αν και χαμηλότερο από τα ποσοστά των μεγάλων ευρωπαϊκών «μαρκών», υποδηλώνει ότι η χώρα έχει εδραιωθεί ως συμπληρωματικός ή και θεματικός προορισμός σε πολυήμερα ταξίδια, ιδιαίτερα για ταξιδιώτες που αναζητούν συνδυασμό ήλιου-θάλασσας, πολιτισμού και εμπειριών ευεξίας. Η πρόκληση για την ελληνική τουριστική βιομηχανία είναι να μετατρέψει αυτή την πρόθεση σε πραγματικές κρατήσεις, σε μια χρονιά αυξημένης ευαισθησίας στο κόστος.
Επιφυλακτικότητα στα long-haul ταξίδια και ρόλος των βασικών αγορών
Η ETC καταγράφει σαφή τάση επιφυλακτικότητας στα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων για το 2026. Το 59% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι σκοπεύει να πραγματοποιήσει long-haul ταξίδι μέσα στο έτος, ποσοστό μειωμένο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι. Κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες είναι το υψηλό κόστος, οι περιορισμένες ημέρες άδειας και η γενικότερη οικονομική αβεβαιότητα.
Το ενδιαφέρον ειδικά για την Ευρώπη παραμένει ισχυρό, με το 42% των ταξιδιωτών μεγάλων αποστάσεων να εξετάζει ταξίδι στη Γηραιά Ήπειρο το 2026, αν και το ποσοστό αυτό είναι μειωμένο κατά 3 μονάδες σε ετήσια βάση. Η ζήτηση διαφοροποιείται σημαντικά ανά αγορά: η Κίνα (59%) και η Βραζιλία (54%) εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα πρόθεσης, παρά τη στροφή μέρους των ταξιδιωτών σε εγχώριους ή κοντινούς προορισμούς λόγω κόστους.
Αντίθετα, η Αυστραλία καταγράφει τη μεγαλύτερη πτώση (–7 μονάδες), με σαφή μετατόπιση προς ασιατικούς προορισμούς, ενώ σε Καναδά (45%) και ΗΠΑ (34%) η ζήτηση επηρεάζεται από ισχυρή εγχώρια τουριστική αγορά και φόβους ύφεσης. Η Νότια Κορέα εμφανίζει ήπια ανάκαμψη (34%), ενώ η Ιαπωνία παραμένει η λιγότερο πρόθυμη αγορά, με μόλις 20% να εξετάζει ευρωπαϊκό ταξίδι.
Κόστος, ασφάλεια και νέες ταξιδιωτικές προτιμήσεις
Μεταξύ όσων δεν σχεδιάζουν ταξίδι στο εξωτερικό, το 52% επικαλείται το υψηλό κόστος, ενώ σημαντική είναι και η στροφή προς εγχώριες διακοπές. Για ταξίδια προς την Ευρώπη, το οικονομικό σκέλος αποτελεί εμπόδιο για το 43% και πλήττει ιδιαίτερα τις ηλικίες 18–34 ετών, την πιο δυναμική ομάδα για νέες εμπειρίες αλλά και την πιο ευάλωτη στις ανατιμήσεις.
Παρά τις πιέσεις, η ασφάλεια αναδεικνύεται σε κομβικό πλεονέκτημα: το 51% των ερωτηθέντων θεωρεί την Ευρώπη ασφαλή, με βελτίωση σε όλους τους δείκτες – πολιτική σταθερότητα, προσωπική ασφάλεια και φυσικοί κίνδυνοι. Η θετική αυτή αντίληψη είναι ιδιαίτερα έντονη στην κινεζική αγορά, στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει υπέρ προορισμών όπως η Ελλάδα, που επενδύουν σε εικόνα αξιοπιστίας και σταθερότητας.
Σε επίπεδο κρατήσεων, μόλις το 36% έχει ήδη κλείσει ταξίδι στην Ευρώπη, με σημαντική υποχώρηση σε Κίνα και Νότια Κορέα, γεγονός που αφήνει μεγάλο περιθώριο για last minute ζήτηση αλλά και αυξημένο ρίσκο για τις επιχειρήσεις. Η αναψυχή παραμένει ο βασικός λόγος ταξιδιού (75%), ενώ τα επαγγελματικά ταξίδια ανεβαίνουν στο 9%, ιδιαίτερα σε Αυστραλία και Νότια Κορέα.
Οι δαπάνες κατευθύνονται κυρίως σε τρόφιμα και ποτά, με το ενδιαφέρον για αγορές να μειώνεται – χαρακτηριστικά, στην Κίνα το shopping υποχωρεί από 66% σε 51%. Αντίθετα, ο τουρισμός ευεξίας (wellness) κερδίζει έδαφος (+3 μονάδες), με την Κίνα να πρωτοστατεί (25%), τάση που δημιουργεί πρόσθετες ευκαιρίες για ελληνικούς προορισμούς με αντίστοιχες υποδομές.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία της ETC δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει πλέον σταθερή «θέση στο ράφι» των υπερπόντιων αγορών, αλλά όχι ακόμη κρίσιμη μάζα. Η μάχη κερδίζεται στην αξία έναντι του κόστους, στην ασφάλεια και στις θεματικές εμπειρίες (ευεξία, γαστρονομία, πολιτισμός). Χωρίς στοχευμένο μάρκετινγκ σε Κίνα, Βραζιλία και Βόρεια Αμερική και χωρίς αναβάθμιση προϊόντος, το 11% πρόθεσης μπορεί εύκολα να μείνει ανεκμετάλλευτο.






