Η σαρωτική νίκη στις εκλογές στην Ιαπωνία δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο βεβαιοτήτων και αβεβαιοτήτων για επενδυτές και αναλυτές. Το ζητούμενο πλέον είναι πώς θα τιμολογηθούν οι πολιτικές επιλογές της νέας κυβέρνησης σε νομισματικό, δημοσιονομικό και μεταρρυθμιστικό επίπεδο.
Η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στην Ιαπωνία οδήγησε σε μια ξεκάθαρη, σχεδόν συντριπτική, επικράτηση της κυβερνητικής παράταξης, ενισχύοντας την πολιτική σταθερότητα σε μια περίοδο έντονων διεθνών αναταράξεων. Για τις αγορές, όμως, η «σταθερότητα» δεν είναι από μόνη της απάντηση· το ερώτημα είναι πώς μεταφράζεται σε πολιτικές για το γιεν, τα επιτόκια, το δημόσιο χρέος και την ανταγωνιστικότητα της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο.
Πολιτική σταθερότητα, νομισματικές αβεβαιότητες
Η ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία δίνει στην κυβέρνηση ευχέρεια κινήσεων απέναντι στην Τράπεζα της Ιαπωνίας και στο πλαίσιο της μέχρι σήμερα εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Οι επενδυτές καλούνται να τιμολογήσουν ένα σύνολο «γνωστών αγνώστων»: πόσο γρήγορα και πόσο επιθετικά μπορεί να κινηθεί η κεντρική τράπεζα προς μια πιο κανονική καμπύλη επιτοκίων, πώς θα επηρεαστεί το γιεν και τι σημαίνει αυτό για τις ιαπωνικές εξαγωγικές εταιρείες.
Η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι κάθε υπόνοια αλλαγής στην πολιτική ελέγχου της καμπύλης αποδόσεων προκαλεί έντονες διακυμάνσεις στα ομόλογα και στο νόμισμα. Η νέα κυβέρνηση, έχοντας νωπή λαϊκή εντολή, μπορεί να στηρίξει μια πιο σταδιακή αλλά αποφασιστική έξοδο από τα αρνητικά ή μηδενικά επιτόκια. Αυτό, ωστόσο, ενέχει τον κίνδυνο ανατιμήσεως του γιεν, κάτι που θα συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των εξαγωγέων και θα επηρεάσει τους διεθνείς επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί σε ιαπωνικές μετοχές ως στοίχημα σε αδύναμο νόμισμα.
Δημοσιονομικό μείγμα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
Ένα δεύτερο κρίσιμο μέτωπο είναι η δημοσιονομική πολιτική. Η Ιαπωνία διαθέτει από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους διεθνώς, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει πίεση να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στον πληθωρισμό και στο αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η νέα κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε βραχυπρόθεσμα μέτρα στήριξης και στη μακροπρόθεσμη ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Οι αγορές θα αναζητήσουν ενδείξεις εάν η εκλογική σάρωση θα αξιοποιηθεί για πιο τολμηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: άνοιγμα κλειστών κλάδων, βελτίωση εταιρικής διακυβέρνησης, κίνητρα για επαναπατρισμό κεφαλαίων και ενίσχυση της παραγωγικότητας σε μια κοινωνία που γηράσκει. Κάθε σαφήνεια σε αυτά τα μέτωπα μπορεί να συμπιέσει τα ασφάλιστρα κινδύνου και να στηρίξει τις αποτιμήσεις του ιαπωνικού χρηματιστηρίου.
Τι σημαίνει για διεθνείς επενδυτές και την Ελλάδα
Για τους διεθνείς επενδυτές, η Ιαπωνία παραμένει ένας μεγάλος, αλλά συχνά παραγνωρισμένος, πυλώνας ρευστότητας, με τεράστια αποθέματα κεφαλαίων που επηρεάζουν τις αποδόσεις ομολόγων ανά τον κόσμο. Τυχόν μεταβολή στην εσωτερική απόδοση των ιαπωνικών τίτλων μπορεί να οδηγήσει σε επαναπατρισμό κεφαλαίων και σε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές χρέους.
Για την ελληνική οικονομία, οι εξελίξεις στην Ιαπωνία δεν είναι άμεσες αλλά έχουν έμμεσες συνέπειες μέσω του κόστους δανεισμού και της διάθεσης για ανάληψη ρίσκου στις αναδυόμενες και περιφερειακές αγορές. Εάν η Ιαπωνία κινηθεί προς υψηλότερες αποδόσεις, ένα μέρος του διεθνούς κεφαλαίου μπορεί να αποχωρήσει από πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις, συμπεριλαμβανομένων ομολόγων και μετοχών χωρών όπως η Ελλάδα.
Σχόλιο
: Η εκλογική σάρωση στην Ιαπωνία δεν είναι απλώς πολιτικό γεγονός, αλλά σημείο καμπής για τη διεθνή τιμολόγηση κινδύνου: όσο τα «γνωστά άγνωστα» σε νομισματική και δημοσιονομική πολιτική παραμένουν χωρίς καθαρό οδικό χάρτη, οι αγορές θα ανταμείβουν τη χώρα με premium σταθερότητας, αλλά θα παραμένουν έτοιμες για απότομες ανατιμήσεις σε κάθε ένδειξη στροφής της Τράπεζας της Ιαπωνίας.






