Σφοδρές αντιδράσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκαλεί η απόφαση της Μαδρίτης να αναθέσει στην Huawei την αποθήκευση δικαστικών υποκλοπών. Ευρωβουλευτές προειδοποιούν ότι η επιλογή υπονομεύει την ασφάλεια πληροφοριών σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η απόφαση της ισπανικής κυβέρνησης να αναθέσει σε θυγατρική της κινεζικής Huawei την αποθήκευση δικαστικών υποκλοπών έχει ανοίξει ένα μείζον μέτωπο εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της εξάρτησης κρίσιμων υποδομών από προμηθευτές που θεωρούνται υψηλού κινδύνου.
Σε συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες, ευρωβουλευτές από διαφορετικές πολιτικές ομάδες κατηγόρησαν τη Μαδρίτη ότι αναθέτει τα «κοσμήματα του στέμματος» της επιβολής του νόμου σε έναν πάροχο που η ίδια η ΕΕ έχει χαρακτηρίσει επισήμως υψηλού ρίσκου.
Πολιτική σύγκρουση για την κυβερνοασφάλεια στην Ευρώπη
Η υπόθεση αφορά πολυετές συμβόλαιο πολλών εκατομμυρίων ευρώ για την αποθήκευση δικαστικών υποκλοπών, το οποίο προκάλεσε ήδη από το καλοκαίρι έντονες αντιδράσεις, μέχρι και απειλές των ΗΠΑ ότι θα περιορίσουν τη διαμοίραση πληροφοριών με τη Μαδρίτη. Για την Ουάσινγκτον, η παρουσία της Huawei σε τόσο ευαίσθητα συστήματα αποτελεί κόκκινη γραμμή.
Η ευρωβουλευτής της Τσεχικής Πειρατικής Πειρατικής και των Πρασίνων, Μαρκέτα Γκρεγκορόβα, που ηγείται των διαπραγματεύσεων για νέο ευρωπαϊκό κυβερνονομοθέτημα, προειδοποίησε ότι δεν είναι δυνατόν ένα κράτος-μέλος να αφαιρεί σταδιακά υψηλού κινδύνου προμηθευτές από τα δίκτυά του, ενώ ένα άλλο τους εμπιστεύεται τα πιο ευαίσθητα δεδομένα της δίωξης εγκλήματος. «Όταν εισάγεις έναν προμηθευτή υψηλού κινδύνου, δεν διακινδυνεύεις απλώς μια τοπική διαρροή δεδομένων, αλλά δηλητηριάζεις το πηγάδι της ευρωπαϊκής ανταλλαγής πληροφοριών», τόνισε χαρακτηριστικά.
Η παρέμβασή της έρχεται τη στιγμή που η Κομισιόν έχει παρουσιάσει νέο σχέδιο κυβερνοασφάλειας, το οποίο, εφόσον εγκριθεί, θα υποχρεώσει τα κράτη-μέλη να απομακρύνουν την Huawei και άλλους κινεζικούς προμηθευτές από κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές, μετά από χρόνια άκαρπων πιέσεων για εθελοντικές απαγορεύσεις.
Η υπεράσπιση της Ισπανίας και τα ρήγματα εντός ΕΕ
Η ισπανική κυβέρνηση απορρίπτει τις κατηγορίες περί διακινδύνευσης της ασφάλειας. Το υπουργείο Εσωτερικών υποστηρίζει ότι η σύμβαση έχει ανατεθεί σε «ευρωπαϊκές εταιρείες», οι οποίες στη συνέχεια προμηθεύτηκαν εξοπλισμό αποθήκευσης, και ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης τεχνολογικής ή νομικής κυριαρχίας ούτε ξένης παρέμβασης.
Ο υπουργός Εσωτερικών Φερνάντο Γκράντε-Μαρλάσκα είχε διευκρινίσει στο ισπανικό κοινοβούλιο ότι το σύστημα κρατικών παρακολουθήσεων SITEL, που διαχειρίζεται η Telefónica, ενσωματώνει «ντουλάπια» αποθήκευσης, ενώ σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, ο εξοπλισμός της Huawei δεν χρησιμοποιείται για διαβαθμισμένες πληροφορίες και αποτελεί «μικρό τμήμα ενός υδατοστεγούς, ελεγχόμενου και πιστοποιημένου συστήματος».
Τη γραμμή της Μαδρίτης στήριξε και ο Ισπανός ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών Χουάν Φερνάντο Λόπες Αγκιλάρ, ο οποίος απέρριψε την ανάγκη παρέμβασης των ευρωπαϊκών θεσμών, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει κίνδυνος «ασφάλειας, κατασκοπείας ή παραβίασης τεχνολογικής κυριαρχίας».
Στον αντίποδα, ο κεντροδεξιός Ισπανός ευρωβουλευτής Χουάν Ιγνάθιο Θοΐδο Άλβαρεθ κατήγγειλε ότι η επιλογή της Huawei θέτει «σε κίνδυνο το σύνολο της ΕΕ», καθώς οποιαδήποτε ευπάθεια θα μπορούσε να επηρεάσει τον διαμοιρασμό πληροφοριών με εταίρους και ευρωπαϊκές υπηρεσίες.
Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις για την ψηφιακή κυριαρχία της ΕΕ
Η υπόθεση της Ισπανίας αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στα κράτη-μέλη ως προς τον τρόπο διαχείρισης της τεχνολογικής εξάρτησης από την Κίνα. Ενώ οι Βρυξέλλες πιέζουν για ενιαία γραμμή αποκλεισμού προμηθευτών υψηλού κινδύνου από κρίσιμες υποδομές 5G και αποθήκευσης δεδομένων, ορισμένες κυβερνήσεις συνεχίζουν να σταθμίζουν την ασφάλεια έναντι κόστους και τεχνολογικής ωριμότητας.
Στο βάθος βρίσκεται το διακύβευμα της «ψηφιακής κυριαρχίας» της Ευρώπης: κατά πόσο η Ένωση μπορεί να διασφαλίσει ότι τα πιο ευαίσθητα δεδομένα της –από δικαστικές υποκλοπές έως δίκτυα 5G– δεν θα εξαρτώνται από εξοπλισμό και λογισμικό που ενδέχεται να υπόκειται στην επιρροή τρίτων χωρών. Η απουσία ομοφωνίας ανοίγει χώρο σε γεωπολιτικές πιέσεις, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Κίνα, και καθιστά δυσκολότερη τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Σχόλιο
: Η ισπανική επιλογή λειτουργεί ως stress test για την ευρωπαϊκή πολιτική κυβερνοασφάλειας: είτε η ΕΕ θα αποκτήσει πραγματικά δεσμευτικούς κανόνες για κρίσιμες υποδομές, είτε οι εθνικές εξαιρέσεις θα συνεχίσουν να υπονομεύουν την αξιοπιστία της, εκθέτοντας και την κοινή αρχιτεκτονική ανταλλαγής πληροφοριών σε στρατηγικό ρίσκο.






