Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικαιώνει τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη, επιβάλλοντας νέο τρόπο υπολογισμού των τόκων και μειώνοντας ουσιαστικά τις μηνιαίες δόσεις. Οι τράπεζες εμφανίζονται θωρακισμένες, αλλά οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων φοβούνται νέα κύματα προσφυγών και πίεση στις εισπράξεις.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη συνιστά καμπή στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Περίπου 350.000 νοικοκυριά που σχετίζονται με υποθέσεις του νόμου –αν και ο πραγματικός αριθμός είναι χαμηλότερος, καθώς περιλαμβάνονται και εκκρεμείς αιτήσεις– αναμένεται να δουν ουσιαστική ελάφρυνση στη μηνιαία δόση τους.
Με βάση ενδεικτικούς υπολογισμούς, για στεγαστικό δάνειο πρώτης κατοικίας ύψους 100.000 ευρώ, η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τόκων μπορεί να μειώσει τη δόση κατά περίπου 200 ευρώ, όταν το επιτόκιο είναι γύρω στο 4%. Στην πράξη, πολλές ρυθμίσεις που γίνονται σήμερα μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού «τρέχουν» ήδη με επιτόκιο κοντά στο 3%, κάτι που καθιστά ακόμη χαμηλότερη τη μηνιαία επιβάρυνση.
Τι αλλάζει με τον υπολογισμό των τόκων
Η κρίσιμη διαφοροποίηση της απόφασης είναι ότι οι τόκοι στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη θα υπολογίζονται επί του ποσού της δόσης και όχι επί του συνόλου του άληκτου κεφαλαίου, όπως συμβαίνει στα κλασικά τραπεζικά δάνεια στην Ελλάδα και διεθνώς. Τραπεζικά στελέχη και παράγοντες της αγοράς διαχείρισης απαιτήσεων αναγνωρίζουν ότι η απόφαση είναι ιστορική, καθώς αφενός δικαιώνει τους υπερχρεωμένους δανειολήπτες, αφετέρου αποκλίνει από τη μέχρι σήμερα τραπεζική πρακτική.
Παρά το γεγονός ότι η έκβαση υπέρ των δανειοληπτών είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, τράπεζες, servicers και νομικοί σύμβουλοι τηρούν στάση αναμονής μέχρι να μελετήσουν αναλυτικά το σκεπτικό. Κεντρικό ερώτημα είναι αν η απόφαση θα αποτελέσει νομικό έρεισμα για νέο κύμα προσφυγών από οφειλέτες, κάτι που σήμερα παραμένει ζήτημα ερμηνείας.
Κίνδυνοι για εγγυήσεις του Δημοσίου και επιπτώσεις σε τράπεζες – servicers
Έντονη ανησυχία είχε εκφραστεί το προηγούμενο διάστημα για τον κίνδυνο κατάπτωσης των κρατικών εγγυήσεων στο πρόγραμμα τιτλοποιήσεων «Ηρακλής». Σενάρια έκαναν λόγο για πιθανή ζημία του Δημοσίου άνω του 1 δισ. ευρώ και έως 1,3 δισ. ευρώ, ενώ έκθεση της KPMG τοποθετούσε τον κίνδυνο γύρω στο 1 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, έμπειρα στελέχη της αγοράς εκτιμούν πλέον ότι η πιθανότητα μαζικών καταπτώσεων είναι περιορισμένη. Για να ενεργοποιηθούν οι εγγυήσεις θα πρέπει να μην εξοφληθεί τουλάχιστον το 51% των απαιτήσεων επί των οποίων δομήθηκαν οι τιτλοποιήσεις, κάτι που θεωρείται δύσκολο με τα σημερινά δεδομένα. Επιπλέον, οι τράπεζες κρατούν στα χαρτοφυλάκιά τους τα senior ομόλογα των τιτλοποιήσεων, γεγονός που λειτουργεί ως ασπίδα για τους ισολογισμούς τους.
Τα «κόκκινα» στεγαστικά του νόμου Κατσέλη που παραμένουν εντός τραπεζικών ισολογισμών είναι πλέον περιορισμένα και καλύπτονται από προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί εδώ και χρόνια. Ακόμη και με τη νέα φόρμουλα, οι τράπεζες αναμένεται να εισπράξουν το κεφάλαιο και μέρος των τόκων, έστω μειωμένο.
Αντίθετα, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εμφανίζονται πιο εκτεθειμένες. Ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην είσπραξη οφειλών και φοβούνται ότι η απόφαση θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των δανειοληπτών, θα ενθαρρύνει νέες δικαστικές κινήσεις και θα επιβραδύνει τις ανακτήσεις, πιέζοντας τα επιχειρηματικά τους πλάνα.
Σχόλιο
: Η απόφαση του Αρείου Πάγου επανατοποθετεί τη σχέση ρίσκου – απόδοσης στις ρυθμίσεις ιδιωτικού χρέους: ενισχύει θεαματικά την προστασία των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, χωρίς να ανατρέπει δομικά τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά μεταφέρει σημαντικό μέρος του βάρους και της αβεβαιότητας στους servicers, όπου πλέον θα κριθεί στην πράξη η αντοχή του μοντέλου τιτλοποιήσεων.
#ΑρειοςΠαγος #ΝομοςΚατσελη #Δανειοληπτες #Τραπεζες #ΣτεγαστικαΔανεια #Ηρακλης





